//
you're reading...
ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ΔΙΑΦΟΡΑ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο Μερομηνάς ο Απάγελος και η λύρα του Μαζαγρέτα, του Κωστή Α. Μακρή

Ο Μερομηνάς ο Απάγελος και η λύρα του Μαζαγρέτα

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα ορεινό χωριό στο μεγάλο νησί του Πελάγους, ζούσε ένα αγόρι που οι γονείς του κι ο νονός του του είχαν δώσει το όνομα Μερομηνάς.
Οι συνομήλικοι όμως του χωριού του, αγόρια και κορίτσια, αλλιώς αποφασίσανε μετά από λίγα χρόνια και τον φωνάζανε Απάγελο.
Γιατί όμως του δώσανε αυτό το παρατσούκλι τ’ άλλα παιδιά;
Ο Μερομηνάς, πρέπει να το πούμε εδώ αυτό, ήταν παράξενο παιδί.
Ενώ όλα τα άλλα παιδιά μαζί παίζανε, μαζί μαθαίνανε ό,τι είχανε να τα διδάξουν οι μεγάλοι του χωριού, η φύση και οι δάσκαλοι και όλες οι πόρτες του χωριού ήταν ανοιχτές γι’ αυτά, ο Μερομηνάς διάλεγε πολλές φορές τη μοναξιά.

APAYELOS LYRA AORI KAM 10DEC17 LR
* * *

Δεν του πολυάρεσε να βρίσκεται συνέχεια με πολλούς και αρκετές φορές του άρεσε να φεύγει απ’ το χωριό σε μακρινές περιπλανήσεις.
Σ’ αυτό όμως δεν έφταιγαν τα άλλα παιδιά ούτε κάποιος άνθρωπος. Δεν έφταιγε τίποτ’ άλλο πέρα από τ’ αυτιά του.
Θα ρωτήσει κανείς τι είχαν τα αυτιά του Μερομηνά. Ήταν πολύ μεγάλα, πολύ πεταχτά και τον κοροϊδεύανε τ’ άλλα παιδιά;
Όχι, τίποτα τέτοιο δεν συνέβαινε.
Απλώς, ο Μερομηνάς ο Απάγελος άκουγε πράγματα που ενώ για τους άλλους ήταν συνηθισμένοι ήχοι της φύσης ή των ανθρώπων θόρυβοι και κρότοι, για εκείνον ήταν κομμάτια από μια μαγική μουσική που έμπαινε μέσα του και έστηνε χορούς αλλόκοτους κι αχόρευτους, ακόμα κι από τον πρώτο χορευτή του χωριού.
Τα άλλα παιδιά είχαν αρχίσει να κοροϊδεύουν φανερά και μπροστά του τα χούγια και τις παραξενιές του Μερομηνά.
Τα φερσίματά του τους φαίνονταν αλλόκοτα και το πάθος του για τους κάθε λογής ήχους το περνούσαν για κουσούρι. Το φευγιό του από τις παρέες και τη μανία του για μοναχικές περιπλανήσεις τα θεωρούσαν αδυναμία, δειλία ή χαζομάρα. Αρκετοί απ’ τους μεγάλους τον είχανε για νεραϊδοπαρμένο.
Από κάποια μέρα και μετά, όλοι τον έλεγαν Απάγελο. Αυτός που είναι έξω από το κοπάδι, ξεκομμένος από την αγέλη. Και μετά από λίγα χρόνια, το βαφτιστικό του όνομα σπάνια το άκουγε έξω από το σπίτι του ο Μερομηνάς.

* * *

Μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι αυτό θα τον πείραζε τον Μερομηνά. Δεν ήταν όμως έτσι.
Ο ένας λόγος ήταν ότι όλοι και όλες στο χωριό είχαν ένα παρατσούκλι.
Ο άλλος λόγος ήταν ότι ο Μερομηνάς ο Απάγελος είχε άλλες έννοιες.
Πολλές φορές λες και τον έπιανε μια μανία. Τα παρατούσε όλα και όλους και περιπλανιόταν ολομόναχος στις ερημιές.
Ακόμα και την ώρα που μαζί με τ’ άλλα παιδιά λυσσομανούσε στο κυνηγητό ή στα παιχνίδια στον δρόμο, κάποια στιγμή κάτι άκουγε και ξεμάκραινε από κοντά τους.
Όσο κι αν του άρεσε να παίζει ―και περισσότερο με μια γειτονοπούλα του που την ξεχώριζε απ’ όλα τ’ άλλα κορίτσια― συχνά τον κούραζαν οι συνάφειες και τα λόγια των πολλών ανθρώπων και προτιμούσε ν’ αφουγκράζεται τους ήχους της φύσης.
Σκαρφάλωνε στα δέντρα, πήγαινε σε ρεματιές, κουτρουβαλούσε σε φαράγγια, ανέβαινε στ’ αόρι, σκάλωνε σε απόκρημνους βράχους, ξάπλωνε σε σπαρμένα χωράφια, λούφαζε σε αμπέλια και περιβόλια…
Και έμενε εκεί να ακούει. Μπορούσε με τις ώρες να αφουγκράζεται τα αηδόνια και τα κοτσύφια στις ρεματιές, τις καρδερίνες, τους φλώρους και τον κούκο την άνοιξη στο δάσος. Ακόμα και οι κουρούνες, οι σκάρες, τα κοράκια και οι κίσσες είχαν κάτι να πούνε στον Μερομηνά.
Του άρεσε να ξαπλώνει στα σπαρτά και ν’ ακούει το τρι-τρι-τρι των τριζονιών και το γρούλι-γρούλι του γρύλλου το βράδυ, το ζζζζννννν-ζζζζνννν-ζζζζννν των μελισσών το πρωί και το μεσημέρι, το τζζζ-τζ-τζ-τζζζζ των τζιτζικιών το καλοκαίρι και όλους τους ήχους της γης και των πλασμάτων της.
Άκουγε τα βελάσματα των μικρών και των μεγάλων προβάτων και των κριαριών το βαθύ μούγκρος. Ξεχώριζε το κατσαρό βέλασμα των μικρών κατσικιών και την απόκριση των μανάδων τους. Πρόσεχε το οξύ λάλημα του κόκορα, διέκρινε τις φωνές από τις μικρές κότες, τις κλώσσες και τα κλωσσόπουλα, τις πάπιες, τις χήνες και τα κλουκλουτίσματα απ’ τα γαλόπουλα.
Αφιέρωνε ώρες μοναχικής ακρόασης στα μουγκανητά της αγελάδας, στο γκάρισμα του γαϊδάρου, στα ξεχωριστά γαβγίσματα των σκύλων και στα παραπονιάρικα νιαουρίσματα των γάτων τις γεναριάτικες νύχτες. Στύλωνε τ’ αυτιά του στο θρόισμα των φύλλων, στον σουρτό και τριφτό ήχο από τα στάχια που χαϊδευόντουσαν με τον άνεμο.
Μαγευόταν από τον κρουστό χτύπο του ανεμοβροχιού στα δέντρα, γοητευόταν από τον ήμερο φλοίσβο των μικρών ρυακιών αλλά κι από το άγριο κόχλασμα των βότσαλων και των χαλικιών καθώς τα ξέσερνε το δυνατό και ορμητικό ρέμα κάποιου χείμαρρου.
Τον συνέπαιρνε το ξέσπασμα της καταιγίδας και έβγαινε μόνος του ο Μερομηνάς και περιπλανιόταν ακόμα και στις πιο κρύες και μαύρες νύχτες για ν’ ακούει, με μιαν άγρια χαρά ανακατεμένη με φόβο, τον βροντερό ήχο των αστραπόβροντων, τα κρακρα-κα-μπούμ των κεραυνών, το λυσσάρικο σφυριχτό τραγούδι του βοριά. Μια φορά που έτυχε να βρεθεί κοντά στη θάλασσα με καταιγίδα, τον είχε συγκλονίσει ο βρυχηθμός των πελώριων κυμάτων που σπάγανε σε αφρούς υγρών σφυριγμάτων πάνω στα βράχια της ακτής.
Γέμιζε με τους ήχους και τα τραγούδια εκείνα ο Μερομηνάς και έκλεινε τα μάτια προσπαθώντας να τα αποθηκέψει μέσα του, να τους δώσει όνομα και ρυθμό, να τα ημερώσει, να τα κάνει δικά του, να τα μεταλλάξει σε μουσική, ρυθμό, τραγούδι, χορό.

* * *

Ο Απάγελος όμως δεν ήταν σε όλα του απόμακρος.
Στις γιορτές, στους γάμους, στις βαφτίσεις και στα γλέντια, μικρά και μεγάλα, ενωνόταν με τους άλλους. Όχι όμως για να γλεντήσει ανέμελα ή να δείξει τις ικανότητές του στον χορό.
Αυτό που ήθελε ήταν να ακούει από κοντά τη λύρα και τα τραγούδια των λυράρηδων. Να βρίσκεται κοντά στην πηγή των ήχων.
Καθόταν μαγεμένος κι άκουγε. Το γλυκόλαλο όργανο μιλούσε στην καρδιά του κάνοντάς την να φτερουγίζει δυνατά σαν το άγριο γεράκι, που αφού αρπάξει τη λεία του πετάει ψηλά για να χαθεί στον ουρανό.
Κάθε δοξαριά έκανε τον Απάγελο να θέλει να πετάξει.
Και άλλες φορές, το ιδιαίτερο τραγούδι ενός λυράρη τον παράσερνε σε έναν χορό άγριο, μοναχικό κι αλλοσούσουμο. Χόρευε μαζί με τους άλλους αλλά και μόνος του. Ο Απάγελος χόρευε πιο πολύ με τον εαυτό του και για τον εαυτό του.
Με πάλεμα έμοιαζε ο χορός του, λες κι αγωνιζότανε να δαμάσει τους ήχους που κι αυτοί, θεριά ανήμερα θαρρείς, παλεύανε μέσα του.
Μερικοί παλιοί ονοματίζανε τον χορό του «ο χορός του πελελού».
Του κουζουλού δηλαδή, του τρελού.
Αρκετοί ήταν εκείνοι που σφιγγόντουσαν να μη γελάσουν με τον παράξενο και σπασμωδικό χορό του παιδιού. Ο φόβος της παρεξήγησης κι ο σεβασμός προς το καλόσειρο σόι τού Απάγελου τους συγκρατούσε.
Οι μόνοι που καταλάβαιναν τον Απάγελο ήταν οι γονείς του.
Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς κι άλλοι τρεις.
Κι αυτοί οι τρεις, θα άνοιγαν διάπλατα και γενναιόδωρα τις πόρτες της τέχνης τους στον Μερομηνά τον Απάγελο.

* * *

Ο Κοφινάς, ο Ανεμάς και ο Τιγράνος ήτανε σεβαστοί λυράρηδες του χωριού.
Άντρες σοφοί κι εξίσου περπατημένοι στην τέχνη της λύρας και του τραγουδιού και οι τρεις τους.
Ο καθένας τους είχε με τον δικό του τρόπο ημερώσει το άγριο θεριό της μουσικής και το είχε κάνει φίλο του και σύμμαχο.
Ο Απάγελος τους σεβότανε, τους άκουγε και τους αγαπούσε αξεχώριστα και τους τρεις. Ο καθένας τους είχε βρει τον δικό του δρόμο και τρόπο να ξεσηκώνει το χωριό.
Μαζί και οι τρεις λυράρηδες ήταν για τον Απάγελο τα τρίδυμα γκωνάρια που πάνω τους χτιζόταν, στέριωνε και ψήλωνε κάθε γλέντι, γάμος, γιορτή και φιλοξεφάντωμα.
Μ’ αυτούς αύξαινε κάθε χαρά και μοιραζόταν σ’ όλους.
Μ’ αυτούς ξαλάφρωνε κι ο κάθε πόνος, ο γεννημένος από την αγάπη και τη ζωή· όπως ο πόνος του χωρισμού, του ξενιτεμού και του θανάτου.

* * *

Περνούσε ο καιρός και ο Απάγελος μάζευε ήχους, τραγούδια και ρυθμούς. Έφτασε όμως μια στιγμή που η ψυχή του μπούκωσε σαν να μη χώραγε άλλο.
Ο Απάγελος ένιωθε να σκάει, να πλαντάζει.
Οι ήχοι που χρόνια σώρευε μέσα του, άρχισαν να τον πνίγουν. Τους ένιωθε να του χτυπούν ανταριασμένοι τα σωθικά του από μέσα αναζητώντας έξοδο, λύτρωση και δικαίωση.
Νιώθοντας αφόρητη την πίεση εκείνη, ο Απάγελος ξεκίνησε αχάραγα ένα καλοκαιριάτικο πρωινό να πάει στ’ αόρι. Κυριακή ήταν και το χωριό αξύπνητο.
Φτάνοντας σε μια χαμοκορφή, ανέβηκε σ’ έναν βράχο κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά στον άνεμο. Έλεγε τραγούδια που άκουγε και ήξερε από μικρός.

Πρώτη φορά τραγούδαγε έτσι.
Άκουγε την ίδια του τη φωνή κι απελπιζόταν.
Δεν ήταν φωνή εκείνη που ν’ αρέσει σε άνθρωπο, δεν ήταν τραγούδι το δικό του για να το χαρεί άνθρωπος γεννημένος. Σαν συναχωμένου κόκορα την άκουγε τη φωνή του ή σαν βραχνιασμένης σκάρας [2].
Ντροπή τον έπιασε.
Αχ, και να ’χε ―λέει!― μια λύρα! Και να ’ξερε να παίζει! Πόσα τραγούδια, κρυμμένα μέσα του, θα ξεγεννούσε η λύρα σαν πολύπειρη μαμή. Όσα και τ’ αστέρια που λάμπουν καθώς αποτραβιέται το μαύρο σύννεφο μέσα στη νύχτα.
Είχε τόσους ήχους μέσα του και δεν μπορούσε να τους κάνει κουμάντο, να τους συμμαζέψει. Να τους βγάλει με την ομορφιά, τη δύναμη και την τάξη που ένιωθε πως τους αξίζει.
Να κάτεχε ―λέει― την τέχνη του Κοφινά, του Ανεμά και του Τιγράνου!

«Θα πάω στον Κοφινά» αποφάσισε. «Εκείνος, με την πρώτη κιόλας κοντυλιά του, ξεσηκώνει όλο το χωριό».
Κατέβηκε πιλαλώντας απ’ το βουνό κι έτρεξε ξαναμμένος στο σπίτι του λυράρη. Τον άκουσε απ’ τη γωνία τού δρόμου. Τον είδε στην αυλή του να δοκιμάζει καινούρια τραγούδια στη λύρα του και κοντοστάθηκε κρυμμένος λίγο παράμερα να ακούει.
Ο Κοφινάς όμως έπιασε με το μάτι τη θωριά του αγοριού κι άλλαξε λόγια στο τραγούδι του:
Κρύβεται ο Απάγελος,
θαρρώντας δεν θωρώ τον,
μα δίχως θάρρητα κανείς
τα θέλει δεν θωρεί.

Άκουσε τα λόγια που είχε βάλει στο τραγούδι ο Κοφινάς και βγήκε απ’ την κρυψώνα του κατακόκκινος ο Απάγελος.
Ο Κοφινάς, βλέποντάς τον να πλησιάζει σαν δαρμένο σκυλί, έβαλε τα γέλια.
― Γιατί κρύβεσαι, Απάγελε; Άκουγες μόνο ή έχεις κάτι να μου πεις; είπε φιλικά.
Ο Απάγελος μάζεψε τα κουράγια του και είπε:
― Θέλω να με μάθεις να παίζω τη λύρα, δάσκαλε Κοφινά. Και να τραγουδάω.
Ο λυράρης χαμήλωσε τη λύρα και κοίταξε τον Απάγελο στα μάτια.
― Δεν είμαι δάσκαλος, Απάγελε. Λυράρης είμαι. Αν θέλεις, πάρε μια λύρα, έλα κοντά μου και κάνε ό,τι κάνω.
― Δεν έχω λύρα, μπάρμπα, είπε ξεθαρρεμένος ο Απάγελος.
Ο Κοφινάς σηκώθηκε, μπήκε μέσα στο σπίτι και αμέσως βγήκε κρατώντας μια λύρα και το δοξάρι της. Έδωσε στο παιδί το όργανο λέγοντάς του:
― Παρ’ την! Σου τη χαρίζω, για το χατήρι του πατέρα σου που είναι μεγάλο παλικάρι.
Ο Απάγελος πήρε τη λύρα και την κράτησε απαλά, με φόβο και με λαχτάρα. Όπως θα κρατούσε μια πρωτόγεννη μικρομάνα το πρώτο της μωρό. Κοιτούσε λύρα και δοξάρι και δεν τα χόρταινε. Τα μάτια του λάμπανε και είπε με αθώα πονηριά στον Κοφινά:
― Σ’ ευχαριστώ, δάσκαλε.
Εκείνος, με το «δάσκαλε», χαμογέλασε και τον χάιδεψε στο κεφάλι. Πήρε κοντά του ένα σκαμνί, του έκανε νόημα να καθίσει και είπε:
― Βλέπε, άκου, και κάνε ό,τι κάνω…

Ο Απάγελος κάθισε και έδειξε με τα μάτια ότι ήταν έτοιμος.
Ο Κοφινάς έπιασε τη λύρα του αργά. Έπιασε και τη δικιά του ο Απάγελος.
Έπιασε ο Κοφινάς το δοξάρι, τον μιμήθηκε ο Απάγελος.
Ο Κοφινάς έσυρε το δοξάρι του στις χορδές της λύρας και έβγαλε έναν ήχο γλυκό, σταθερό και δυνατό. Ο Απάγελος χαμογέλασε με τον ήχο και έσυρε το δοξάρι του στις χορδές της λύρας του. Ακούστηκε ένα ξεφτισμένο τρεμουλιαστό νιαούρισμα.

Ο Κοφινάς, σοβαρός, έκανε νόημα στον απογοητευμένο Απάγελο να ξαναπροσπαθήσει. Ξανά νιαούρισμα. Γέλασε ο Απάγελος, χαμογέλασε κι ο Κοφινάς.
Και ξανά. Και ξανά, και ξανά…
Μέχρι που η λύρα του τραγούδησε έναν ήχο πραγματικής λύρας. Αβέβαιο κι αδύναμο, αλλά τόσο ευχάριστο που τον έκανε ν’ ανατριχιάσει.
Κοίταξε με περηφάνια τον Κοφινά.
― Καλά πας, του είπε εκείνος. Πάμε ξανά. Απ’ την αρχή.
Το πρώτο μάθημα του Απάγελου στην αυλή του Κοφινά, κράτησε μέχρι το μεσημέρι.
― Σπίτι τώρα… Κι αύριο μέρα είναι, είπε ο λυράρης και έδιωξε τον μαθητή του.
― Να πάρω τη λύρα μαζί μου; ρώτησε ο Απάγελος με σιγανή φωνή.
― Δική σου είναι. Άμα θες την παίρνεις, άμα θες την αφήνεις, άμα θες τη φυτεύεις, είπε ο Κοφινάς κοιτάζοντας τον πονηρά και χαμογελώντας κάτω από τα μουστάκια του.
Ο Απάγελος τον αποχαιρέτησε και με τη λύρα στην αγκαλιά έτρεξε στο σπίτι του.
― Πού είναι ο πατέρας; ρώτησε λαχανιασμένος τη μάνα του με το που μπήκε στην κουζίνα.
― Όπου να ’ναι θα ’ρθει για φαΐ. Εσύ πού ήσουνα; Τίνος είναι αυτή η λύρα; ρώτησε εκείνη, συνηθισμένη στα απροειδοποίητα σύρε κι έλα του γιου της.
― Δική μου! Μου την χάρισε ο Κοφινάς! Θα μου μάθει να παίζω και να τραγουδάω! είπε με καμάρι.
Η μάνα του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε.
― Λυράρης θα μου γενεί; Ώχου, το μικιό μου!
Ο Απάγελος στραβομουτσούνιασε.
― Μουσικός μεγάλος θα γίνω, μάνα. Και δεν είμαι το «μικιό» σου, είπε κορδωμένος και σοβαρός.
― Καλά, μεγάλε μουσικέ μου. Μόνο βόηθα με τώρα στο τραπέζι και μετά το φαγητό μεγάλωσε όσο θέλεις. Γίνε σαν τον πλάτανο στο Περαχώρι. Αλλά βιάσου τώρα γιατί έρχεται ο πατέρας σου και θα πεινάει.
Μόλις μπήκε ο πατέρας στο σπίτι, η ματιά του έπεσε στη λύρα που ήταν ξαπλωμένη στο τραπέζι πάνω σ’ ένα μαλακό πανί.
― Ο Κοφινάς μού τη χάρισε, τον πρόλαβε ο γιός του. Μου τη χάρισε για το χατήρι σου, λέει, γιατί είσαι μεγάλο παλικάρι. Θα μου δείξει να παίζω και να τραγουδάω.
Οι γονείς του κοιτάχτηκαν μ’ ένα μισόγελο.
― Να ’ναι καλά ο άνθρωπος, μουρμούρισε σκεφτικός ο πατέρας. Πρέπει να σκεφτούμε τι δώρο θα του κάνουμε για τα μαθήματα του γιου μας, είπε στη γυναίκα του.
― Δεν θέλει δώρο! πετάχτηκε ο Απάγελος. Εκείνος μου είπε να πηγαίνω όποτε θέλω και να βλέπω τι κάνει και να το κάνω. Δεν είναι μάθημα αυτό!
― Μάθημα είναι, γιε μου, και μάλιστα πολύ ακριβό, είπε κουνώντας το κεφάλι η μητέρα.
Ο Απάγελος έμεινε σκεφτικός.
― Τότε, εγώ θα πρέπει να του κάνω δώρο, είπε.
― Όταν μεγαλώσεις. Όταν θα σου χαρίσουνε κάτι για το δικό σου το χατήρι, κι όχι για το χατήρι του μπαμπά σου, είπε ο πατέρας χαϊδεύοντάς τον στο κεφάλι.
Ο Απάγελος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς γινότανε με τα δώρα και τα χατήρια και ποιος χρωστάει σε ποιον και όλα εκείνα τα πολύπλοκα πράγματα.
Αυτό όμως που είχε καταλάβει πολύ καλά, ήταν ότι είχε γίνει μαθητής του Κοφινά.
Κι αυτό από μόνο του ήταν ό,τι ονειρευόταν.
Όλο το απόγευμα έμεινε κλεισμένος μέσα στο σπίτι παλεύοντας με τη λύρα και το δοξάρι. Προσπάθησε να παίξει κάποιο γνωστό τραγούδι αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να βγάζει κάτι ήχους που μόνο με τραγούδι δεν έμοιαζαν.
Κι έτσι προτίμησε να δοκιμάζει ξανά και ξανά τους απλούς ήχους που του είχε δείξει ο Κοφινάς.
Με την επανάληψη άκουγε όλο και πιο καθαρό και στρωτό τον ήχο να βγαίνει από το όργανο. Ο Απάγελος χαμογέλασε μόνος του.
«Είναι μαγικό!» σκέφτηκε.

* * *

Ο Απάγελος πήγαινε στον Κοφινά όποτε μπορούσε ο λυράρης. Μέρα με την ημέρα άρχιζε να κατακτά τη λύρα και να δίνει διέξοδο στους ήχους που στριμώχνονταν μέσα του. Μετά από αρκετό καιρό, του είπε ο Κοφινάς:
― Καιρός είναι τώρα να πας και σε άλλο λυράρη. Να σου δείξει κι άλλα πράγματα.
Ο Απάγελος σκοτείνιασε και έσκυψε το κεφάλι με στενάχωρη όψη.
― Τι έπαθες; ρώτησε ο Κοφινάς βλέποντάς τον μουτρωμένο.
― Δεν με θέλεις άλλο, δάσκαλε… Βαρέθηκες… Με διώχνεις…
Ο Κοφινάς έβαλε τα γέλια.
― Είσαι φοβερός, μωρέ Απάγελε! Εγώ να σε βαρεθώ; Εγώ φοβήθηκα ότι με το ταλέντο που έχεις, εσύ βαρέθηκες εμένα. Έχεις μάθει μέσα σε τόσο λίγο καιρό όσα οι άλλοι κάνουν χρόνια για να τα μάθουν. Κι αν το καταφέρουν…
Ο Απάγελος τον κοιτούσε δύσπιστα.
― Τι εννοείς, δάσκαλε; ρώτησε με λοξό βλέμμα.
― Εννοώ ότι δεν με χρειάζεσαι άλλο. Εννοώ ότι καλά θα κάνεις να δεις τι μπορούν να σου προσφέρουν και οι άλλοι λυράρηδες. Ο καθένας έχει κάτι δικό του. Απ’ όλους έχεις κάτι να πάρεις. Μετά, θα βρεις εσύ τον δικό σου δρόμο. Και στη μουσική και σε όλα. Στη ζωή την ίδια.
Ο Απάγελος χάρηκε αλλά και μελαγχόλησε.
Ποτέ πια δεν θα καθόταν στην αυλή του Κοφινά όπως τώρα.
Αναθυμόταν όλα όσα του είχε πει ο λυράρης. Για τη μουσική, για το γλέντι, για τα τραγούδια και τους χορούς που ξεσηκώνουν τους αθρώπους, που τους φιλιώνουν με τους γύρω τους και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Για τό πώς ο λυράρης ακολουθεί τον άξιο χορευτή και οι δυό τους γίνονται ζευγάρι που ανυψώνει τη μουσική και τον χορό σε τέχνη που νικάει το θάνατο, ή ―μάλλον― σε τέχνη ζωής που έχει μέσα της και γέννηση και έρωτα και ζωή και θάνατο και ξανά νέα γέννηση.
Ο Κοφινάς του είχε δείξει πολλά πράγματα.
Πέρα από τη μουσική και το παίξιμο της λύρας.
Του είχε δείξει πώς να ενώνει τους ανθρώπους στο γλέντι, να σέβεται και να παρακολουθεί όλους τους χορευτές. Να λύνει στο φτερό τις μικροπαρεξηγήσεις που πολλές φορές βάζουν σε κίνδυνο ένα γλέντι.
Χάρηκε όμως με τα λόγια του γενναιόδωρου λυράρη ο Απάγελος.
Χωρίς να πάρουν τα μυαλά του αέρα γιατί, όπως ο ίδιος πίστευε, βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά από τη μουσική που ονειρευόταν. Αισθανόταν ότι όσο μάθαινε, τόσο απομακρυνόταν το όνειρό του. Όσο περισσότερο ζητούσε τον άπιαστο και μαγικό ήχο, τόσο εκείνος έδειχνε ακόμα πιο άπιαστος και πιο μαγικός.

* * *

Την άλλη μέρα, ο Απάγελος πήγε στον Ανεμά.
Πριν διαβεί το κατώφλι, άκουσε ήχο λύρας. Στάθηκε εκεί και άκουγε τον λυράρη να ξεγεννάει τους ήχους από τη λύρα του.
Τα τραγούδια του και οι ρυθμοί που άκουγε δεν τον ξεσηκώνανε τόσο για χορό. Σταλάζανε όμως μέσα στην ψυχή του την αγάπη για τον κόσμο και τα θαύματά του. Έτσι ένιωθε ο Απάγελος.
Κι αυτό που ένιωσε από το παίξιμο του Ανεμά, το ζήλεψε.
― Καλώς τονε! Πώς από δω, Απάγελε; τον χαιρέτησε ο λυράρης βλέποντάς τον να μπαίνει.
― Δάσκαλε Ανεμά! είπε το παιδί. Ήρθα σε σένα γιατί θέλω να μάθω να ξεσηκώνω τις ψυχές των ανθρώπων. Γιατί με τα πόδια τους νομίζω ότι αρχίζω να τα καταφέρνω.
Ο Ανεμάς χαμογέλασε και κατέβασε τη λύρα.
― Και νομίζεις ότι μπορεί να ξεσηκώνεις τα πόδια χωρίς να περνάς απ’ την ψυχή και το μυαλό τους; ρώτησε στυλώνοντας τα λαμπερά του μάτια στο παιδί.
― Εσύ θα μου πεις, είπε θαρρετά ο Απάγελος.
― Κάθισε κοντά μου, είπε ο λυράρης τραβώντας ένα κάθισμα δίπλα του.
Ο Απάγελος κάθισε με τη λύρα έτοιμη.
Ο Ανεμάς άρχισε να παίζει.
Ο Απάγελος έκλεισε τα μάτια και άκουγε.
Σιγά σιγά, το τραγούδι του λυράρη θέριευε μέσα του καθώς λέξεις και εικόνες ανείπωτες και λαμπερές άρχισαν να στήνουν χορό στη σκέψη του, καβάλα στους ήχους της λύρας.
Ο Ανεμάς έπαιζε κι ο Απάγελος άκουγε εκστατικά.
Αυτό κράτησε κοντά δέκα λεπτά.
Με την τελευταία κοντυλιά, ο Απάγελος άνοιξε τα μάτια και τα δάκρυα τρέχανε στα μάγουλά του.
Λυράρης και μαθητής κοιτάχτηκαν αμίλητοι, δακρυσμένοι και οι δυο.
― Το πρώτο μάθημα τελείωσε, Απάγελε. Και μου το έδωσες εσύ. Αύριο πάλι, είπε ο Ανεμάς και σφούγγισε, δίχως να ντραπεί, τα μάτια του. Αύριο πάλι, ξαναείπε, σαν για να σιγουρευτεί ότι τον άκουσε το αγόρι και θα ξανάρθει.
Το απόγευμα εκείνο ο Απάγελος δεν γύρισε σπίτι του.
Πήγε με τη λύρα του στ’ αόρι [1]. Κάθισε σ’ έναν βράχο και έπαιζε τραγούδια αγάπης, έχοντας σε μιαν άκρη του μυαλού του την όμορφη γειτονοπούλα του.
Κάποια στιγμή το βλέμμα του πλανήθηκε στον ουρανό.
Ψηλά και μακριά, κάτω από κάτι αχνά σύννεφα, είδε ένα μικρό γεράκι που μόλις και φαινότανε. Σαν μύγα έδειχνε. Το πετούμενο έκανε μεγάλους κύκλους από πάνω του με ακίνητα φτερά. Λες και τον παρακολουθούσε· έτσι του φάνηκε του Απάγελου.
«Θα τραγουδήσω κάτι για το γεράκι», σκέφτηκε κι άρχισε να παίζει.
Μετά από λίγο, ενώ έπαιζε και τραγουδούσε, ένιωσε σαν κάποιος να στεκόταν δίπλα του. Κατέβασε το δοξάρι και κοίταξε δεξιά του.
Δίχως μεγάλο ξάφνιασμα, είδε στον διπλανό βράχο να τον κοιτάζει ένα γεράκι.
«Λες να είναι το γεράκι που πετούσε πάνωθέ μου;» αναρωτήθηκε.
Το γεράκι στεκόταν ακίνητο. Ο Απάγελος ξανάπιασε το τραγούδι ρίχνοντας λοξές ματιές στο αγριοπούλι. Όσην ώρα έπαιζε και τραγουδούσε ο Απάγελος, το γεράκι στεκόταν ασάλευτο. Μέχρι το δειλινό.
Αποφάσισε τότε ο Απάγελος να γυρίσει σπίτι του.
― Γεια σου, γεράκι, είπε και σηκώθηκε να φύγει.
Τότε, σαν να τον χαιρετούσε κι εκείνο, το γεράκι άνοιξε τα φτερά του, έκανε έναν κύκλο γύρω από το αγόρι και χάθηκε προς τη δύση που κοκκίνιζε.
Τα απογεύματα, όποτε ευκαιρούσε ο Ανεμάς, ο Απάγελος πήγαινε σπίτι του ή στο καφενείο στον πλάτανο και παίζανε μαζί. Ο Ανεμάς ξεδίπλωνε την τέχνη του και ο Απάγελος ρουφούσε σαν σφουγγάρι ήχους, λόγια και τεχνικές.
Σχεδόν μετά από κάθε συνάντηση με τον Ανεμά, ο Απάγελος πήγαινε στο βουνό και έπαιζε για το γεράκι που τον περίμενε στημένο στον ίδιο βράχο. Ούτε μια φορά δεν έλειψε το γεράκι. Ο Απάγελος το είχε τόσο συνηθίσει και τόσο αγαπήσει που του έφτιαχνε τραγούδια και του τα ’λεγε.
Και ο σοφός εκείνος πετρίτης, θαρρείς και καταλάβαινε κι όταν άκουγε τραγούδι φτιαγμένο γι’ αυτόν, κουνούσε απαλά τα φτερά του κι έβγαζε μια ψιλή φωνή σαν ευχαριστώ ή μπράβο.

* * *

―Ό,τι είχα να σου δείξω, σου το έχω δείξει, είπε μια μέρα ο Ανεμάς στον Απάγελο. Καιρός να πας σε άλλον λυράρη.
Είχαν περάσει αρκετό καιρό μαζί.
Ο Απάγελος πάλι μελαγχόλησε και πάλι χάρηκε.
Είχε δεθεί και με τον Ανεμά όπως και με τον Κοφινά.
Τους ένιωθε πια δικούς του ανθρώπους, πιο κι από συγγενείς. Αληθινούς φίλους.
Απ’ την άλλη μεριά, ένιωθε κι ο ίδιος ότι έπρεπε να ψάξει κι άλλο. Να πλησιάσει το άπιαστο όνειρό του. Να καταφέρει κάποτε να μπει μέσα στην καρδιά της μουσικής. Να βρει την ψυχή της. Να τραγουδήσει το ατραγούδιστο και ανέκφραστο ακόμα μυστικό της.
Κι έτσι, την ίδια κιόλας μέρα, πήγε να βρει τον Τιγράνο.

* * *

Ο Τιγράνος είχε μακριά μαλλιά, γένεια και μουστάκια. Λυράρης δυνατός κι ατρόμητο θεριό ο ίδιος, μια ζωή πάλευε με τα θεριά.
Με τη λύρα, με τη ζωή, με την αγάπη, με τον εαυτό του και με τον θάνατο.

Ο Απάγελος τον αναζήτησε πρώτα στο σπίτι του. Εκεί του είπαν ότι θα τον βρει στο καφενείο. Εκεί, στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, είδε τον Τιγράνο να κάθεται μόνος του και να κοιτάζει τα χρόνια, περασμένα, τωρινά και μελλούμενα, να κυματίζουν πάνω και κάτω από τα πυκνά του φρύδια.
Ο Απάγελος τον πλησίασε και κάθισε στο τραπέζι του.
Από σεβασμό, περίμενε να μιλήσει πρώτος ο λυράρης.
― Με άφησες για το τέλος, Απάγελε…
Σαν ερώτηση αλλά και σαν παράπονο άκουσε τα λόγια που του είπε ο Τιγράνος με τη βαθιά φωνή του, κοιτάζοντας ψηλά στον πλάτανο.
Χαμογέλασε ο Απάγελος. Είχε πάψει πια να τους φοβάται τους λυράρηδες.
― Κάθε τέλος και μια αρχή, είπε.
Ο Τιγράνος γύρισε και τον κοίταξε. Μετά γέλασε βροντερά.
― Καλά πράγματα σε μάθανε ο Κοφινάς κι ο Ανεμάς, είπε. Έλα αύριο στην αυλή μου. Θα παλέψουμε γερά με τα θεριά μας, εσύ κι εγώ.
Θεριά. Πάλεμα. Πρώτη φορά τού μίλαγε κάποιος για τη μουσική μ’ αυτόν τον τρόπο. Τα λόγια του Τιγράνου βρήκανε θέση να ριζώσουν στην καλά οργωμένη, από ήχους και μάστορες της λύρας, καρδιά του Απάγελου.
Το ίδιο απόγευμα, παίζοντας για το γεράκι, ο Απάγελος ένιωσε καλύτερα τα λόγια του Τιγράνου.
Η λύρα του είχε άξαφνα μεταμορφωθεί σε άγριο κι ανυπόταχτο θεριό και κείνος δεν ήξερε από πού να τηνε πιάσει. Ζητούσε απ’ αυτήν ήχους δύσκολους και πρωτόφαντους και κείνη αντιστεκόταν. Ο Απάγελος αγωνιζόταν με τη λύρα και το δοξάρι και κείνα πάλευαν και ξεγλιστρούσαν και του ξέφευγαν σαν άγρια άλογα που πάσχιζαν να λυτρωθούν από τα δυνατά χέρια που θέλανε να τους περάσουνε το χαλινάρι.
Το γεράκι, πιστός σύντροφος του Απάγελου, παρακολουθούσε τη μάχη από το βράχο του.
Ο Απάγελος, έτσι για να ξεκουραστεί, αποφάσισε να παίξει έναν πιο ήμερο σκοπό· από ’κείνους που είχε πια κατακτήσει.
Το γεράκι τότε έκρωξε δυνατά.
― Τι θες; του φώναξε με νεύρο ο Απάγελος.
Ξανάκρωξε το γεράκι.
― Προτιμάς τα άλλα; Σ’ αρέσουν οι αγριάδες; ρώτησε πιο ήμερα το αγόρι.
Το γεράκι ανεβοκατέβασε το κεφάλι.
«Κοίτα να δεις… Παραγγελιά απ’ τον πετρίτη!» συλλογίστηκε χαμογελώντας ο Απάγελος και ξανάπιασε έναν από τους άγριους σκοπούς που συνήθιζε ο Τιγράνος. Γραντζούνιζε τις χορδές, τραβολόγαγε το δοξάρι, κοπανούσε τη λύρα, συγκλονιζόταν σύγκορμος…
Το γεράκι ηρέμησε και άκουγε ασάλευτο.
― Φχαριστήθηκες τώρα; το ρώτησε λίγο απότομα, αναμαλλιασμένος ο Απάγελος.
Το γεράκι κούνησε το κεφάλι. Κι αμέσως, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά.
Ο Απάγελος πήρε σκεφτικός το δρόμο για το σπίτι του.
Όλο το βράδυ σκεφτόταν τον αγώνα με τη λύρα του και το γεράκι.
«Αύριο… Με τον Τιγράνο, να δούμε τι θα γίνει…» σκέφτηκε κι αποκοιμήθηκε.

* * *

Την άλλη μέρα ο Απάγελος ξύπνησε με το χάραμα. Βγήκε από το σπίτι και καθόταν στην αυλή σκεφτικός. Από το προηγούμενο βράδυ, η σχέση του με τη λύρα είχε αλλάξει. Θυμήθηκε την απερίγραπτη χαρά που είχε νιώσει την πρώτη φορά που έπαιξε σωστά ένα ολόκληρο τραγούδι. Τότε, μαζί με τον Κοφινά. Πόσοι αιώνες είχαν περάσει από τότε;
Τότε… Που το μικρό του κατόρθωμα του είχε φανεί μεγάλο.
Είχε μάλιστα βιαστεί να πει στον εαυτό του: «Είμαι λυράρης τώρα!».
Πόσο θαμπή ήταν τώρα εκείνη η χαρά και πόσο είχε μικρύνει… Πόσο μακρινή και άπιαστη του φαινόταν τώρα η αληθινή μουσική. Πόσο άγνωστη.
«Τίποτα δεν έμαθα ακόμα. Τίποτα δεν ξέρω ακόμα…» σκέφτηκε με θλίψη.
Περίμενε να περάσει η ώρα για να πάει στον Τιγράνο.
Ο πατέρας του, πριν φύγει για τις δουλειές του, κάθισε για λίγο μαζί του.
― Θα ξεκινήσεις με τον Τιγράνο σήμερα, ε; τον ρώτησε χτυπώντας τον στην πλάτη.
Ο Απάγελος κούνησε σκεφτικός το κεφάλι.
― Γιατί τέτοια μούτρα; τον αποπήρε χαμογελαστά ο πατέρας του.
― Γιατί όλο μαθαίνω, μαθαίνω… και τίποτα δεν ξέρω! είπε με θυμό εκείνος.
Ο πατέρας του σοβάρεψε.
― Τόσον καιρό, γιε μου, νόμιζα ότι θέλεις να γίνεις λυράρης. Να ζήσεις από τη μουσική. Τώρα καταλαβαίνω ότι θέλεις να ζήσεις μαζί με τη μουσική. Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις.
Ο Απάγελος κοίταξε τον πατέρα του στα μάτια. Λες και τον έβλεπε πρώτη φορά.
«Με καταλαβαίνει», σκέφτηκε και δάκρυα του ’ρθαν στα μάτια.
Ο πατέρας του τον αγκάλιασε.
― Ό,τι θελήσεις, γιε μου, θα το καταφέρεις. Ό,τι θελήσεις. Γερός να είσαι…, είπε και σηκώθηκε απότομα να φύγει, μην τυχόν και δει και τα δικά του μάτια κοκκινισμένα ο γιος του.

* * *

Στο πρώτο μάθημα με τον Τιγράνο δεν έπιασαν ούτε στιγμή τη λύρα στα χέρια τους.
― Θα μιλάω και θα ακούς, είπε ο Τιγράνος· κι άρχισε να μιλάει.
Μιλούσε για παλιούς ξακουστούς λυράρηδες και φημισμένους τραγουδιστάδες και χορευτές.
Μιλούσε για γενναία παλικάρια, για τους ήρωες του χωριού και για σοφούς κι άφοβους καπετάνιους [2]. Μιλούσε για αγώνες και καταστροφές, για ολοκαυτώματα, για μάχες και πολέμους.
Μιλούσε για ξένους κατακτητές που για λίγο μόνο μπόρεσαν να παινευτούν ότι πάτησαν τον ανυπόταχτο τόπο του.
Μιλούσε για την αξιοπρέπεια, για τη λευτεριά και τις αδούλωτες ψυχές τού χωριού τους.
Μιλούσε για το περήφανο βουνό που είχε θρέψει θεούς, ανθρώπους, δέντρα και ζωντανά. Μιλούσε για τη θάλασσα, για τον καθαρό αέρα και τα αδάμαστα αγρίμια. Μιλούσε για λιόντισσες μανάδες, λύκαινες αδερφές και τίγρισσες συντρόφισσες στη ζωή και στον έρωτα.
Μιλούσε για ατρόμητους κι αντρειωμένους λεβεντονιούς και για κορίτσια όμορφα και βεργολυγερά που θα τα ζήλευαν ακόμα και νεράιδες.
Μιλούσε για την αγάπη και πώς την τραγουδούσαν οι παλιοί.
Μιλούσε ο Τιγράνος και η όψη του έβγαζε φλόγες.
Και καθώς μιλούσε ο λυράρης, ο Απάγελος έχτιζε μέσα του τα μελλοντικά του τραγούδια και την ανείπωτη ακόμα μουσική τους.
Άκουγε ο μαθητής τον δάσκαλο και δεν χόρταινε.
Αφουγκραζόταν ο δάσκαλος τον φλογερό πόθο του παιδιού και φούντωνε σαν το δαδί ο λόγος του.
Κάποια στιγμή ο Τιγράνος σώπασε.
― Πόλεμος είναι η ζωή, Απάγελε. Και δεν κερδίζεται μόνο με το σπαθί και με το ντουφέκι. Κερδίζεται και με τη λύρα και με το γράψιμο και με τον χορό και με τα χρώματα και με το χάδι και με το φιλί. Κι όλα αυτά είναι μουσική. Όλα μπορούν να γίνουν τραγούδια…
Αναστέναξε.
Βλέποντας τον Απάγελο να ρίχνει το βλέμμα του στη λύρα που κρατούσε, είπε σιγά:
― Αύριο θα μιλήσουν οι λύρες μας. Κουράστηκα τώρα…

Ο Απάγελος έφυγε και πήγε με τη λύρα του στο βουνό. Το γεράκι που πετούσε ψηλά, μόλις είδε τον νεαρό λυράρη να κάθεται στον βράχο του, χαμήλωσε κι ήρθε και στάθηκε στη συνηθισμένη του θέση.
Ο Απάγελος το κοίταξε, χαμογέλασε, κι άρχισε να παίζει.
Έπαιζε ασταμάτητα μέχρι το σούρουπο.
Είχε πολλά να πει στον πετρίτη εκείνο το απόγευμα.

* * *

Στην αυλή του ο Τιγράνος είχε βασιλικούς, γεράνια, γαρύφαλλα, γαρδένιες, γιασεμί κι ένα σωρό άλλα λουλούδια. Πολύχρωμα και μοσχομυριστά.
Καλοδέχτηκε τον Απάγελο μ’ ένα ματσάκι βασιλικό στο χέρι.
― Καλή σου μέρα, Απάγελε. Σήμερα θα παίξουμε για το άρωμα του βασιλικού. Μύρισέ το, είπε στο αγόρι και του ‘δωσε το κλωνί, τρίβοντάς το απαλά στα δάχτυλά του.
Ο Απάγελος μύρισε τον βασιλικό και η γλυκιά και δυνατή μυρωδιά τον έκανε να χαμογελάσει.
― Πάμε! είπε ο Τιγράνος και έπιασε τη λύρα.
Ο Απάγελος περίμενε τον δάσκαλο ν’ αρχίσει.
Ο Τιγράνος άρχισε. Κι ο Απάγελος άκουγε με το στόμα ανοιχτό και το δοξάρι ακίνητο.
Μέσα από το παίξιμο του Τιγράνου έβλεπε μάχες, αγώνες, αρπαγές. Αλλά και αγκαλιάσματα και χορούς και φιλιά. Και παλικάρια με όμορφες κοπέλες ζευγαρωμένους, και παιδιά να χοροπηδάνε ευτυχισμένα.
Κάποια στιγμή ο Τιγράνος σταμάτησε.
― Γιατί δεν παίζεις μαζί μου; ρώτησε άγρια.
― Πολύ άγριος είναι ο βασιλικός σου, δάσκαλε! είπε ο Απάγελος.
― Ε, μαυροκακομοίρη μου! Κι αμ’ τι νόμισες; Μπας και θάρρεψες πως είναι ήμερος ο βασιλικός; Αμείλιχτος είναι. Σαν τον πόλεμο άγριος, σαν την αγάπη ανυπόταχτος, σαν τη ζωή γλυκός και σε παρασέρνει! είπε γελώντας ο Τιγράνος.
Και τα μαθήματα του Τιγράνου έτσι συνεχίστηκαν. Μαθήματα ζωής και μουσικής, μαθήματα αγάπης και πολέμου, μαθήματα για το φως αλλά και για το σκοτάδι.

«Του κύκλου τα γυρίσματα… Π’ αναπαημό δεν έχου» σκεφτόταν ο Απάγελος τα λόγια απ’ το τραγούδι του Ερωτόκριτου, που όλοι οι παλιοί λυράρηδες αλλά και βοσκοί και μεγάλες γυναίκες το ήξεραν ολόκληρο.

* * *

Νέες πύλες άνοιγαν στο μυαλό του Απάγελου.
Έβλεπε καινούρια πράγματα, περπατούσε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια της μουσικής και έμπαινε σε λεπτομέρειες που παλιότερα ούτε που τις υποπτευόταν.

Αλλά όσο και να προχωρούσε, βρισκόταν πάντα πίσω από τ’ όνειρό του.
Έτσι ένιωθε και έτσι το είπε μια μέρα στον Τιγράνο.
― Δάσκαλε, όσο κι αν παλεύω, η μουσική είναι μακριά μπροστά μου κι όλο μου γνέφει να τη συναντήσω. Μα όσο κι αν αγωνίζομαι να πάω κοντά της, εκείνη όλο και μου μακραίνει. Όσο μαθαίνω, τόσο λιγότερα ξέρω. Που θα πάει αυτό; Τι να κάνω;
Ο Τιγράνος τον κοίταξε σκεφτικός.
― Να την ακολουθείς πάντα, είπε.
― Και πότε θα τη φτάσω;
― Αν πεις ότι την έχεις φτάσει, σημαίνει ότι έχεις πεθάνει… Σαν μουσικός, τουλάχιστον, ψιθύρισε ο λυράρης.
Ο Απάγελος ανατρίχιασε αλλά χαμογέλασε αχνά· με την ελπίδα ότι ο Τιγράνος, μ’ ένα από τα συνηθισμένα του αστεία, προσπαθούσε να τον τρομάξει.
Εκείνος όμως έστεκε σοβαρός.
― Τι με θωρείς; Την τέχνη σου πάντα θα την ακολουθείς. Μπροστά σου πάντα θα πηγαίνει εκείνη και πίσω της εσύ. Αν της πεις «σ’ έφτασα», έχεις τελειώσει, είπε με πιο δυνατή φωνή ο Τιγράνος.
― Μα, αυτό θέλω εγώ όμως! φώναξε ο Απάγελος. Να τη φτάσω! Να γνωρίσω τα πάντα για τη μουσική. Να τελειώνω μαζί της για ν’ αρχίσω να φτιάχνω αυτά που θέλω!
― Δεν κατάλαβες! Εσύ θα έχεις τελειώσει, όχι η μουσική. Έτσι είναι, Απάγελε, και έτσι θα είναι όσο υπάρχουν άνθρωποι και μουσική.
Ο Απάγελος δυσκολευόταν να καταλάβει και να πιστέψει τα λόγια του Τιγράνου.
«Τα λέει αυτά γιατί εκεινού δεν του καίει τα σωθικά η φωτιά που καίει εμένα», σκέφτηκε.
Πίστεψε τότε πως ό,τι ήταν να μάθει από τους τρεις λυράρηδες του χωριού, το είχε μάθει. Έπρεπε να ψάξει αλλού για δάσκαλο. «Δεν μπορεί…!» σκεφτόταν. «Κάπου θα υπάρχει ο δάσκαλος, ο σοφός, που θα μπορέσει να μου δείξει το μυστικό της μουσικής».
― Δάσκαλε Τιγράνο, εγώ θα το βρω το μυστικό της μουσικής. Θα ψάξω σε κάθε άκρη της γης για να το βρω, είπε θαρρετά αλλά χωρίς έπαρση.
Ο Τιγράνος χαμογέλασε και τον χάιδεψε στο κεφάλι.
― Πάντα καλά να περπατείς και το καλό να βρίσκεις, Απάγελε. Κάποτε θα λέω με περηφάνια ότι με ονόμαζες, έστω και για λίγο, δάσκαλο κι εγώ εσένα μαθητή μου.
Ο Απάγελος συγκινήθηκε με τα λόγια εκείνα.
Ο Τιγράνος είχε πάρει πια τη θέση που του έπρεπε στην καρδιά του μαζί με τους άλλους δυο λυράρηδες.
Τον αποχαιρέτησε κι έφυγε για το βουνό. Να καθίσει, να στοχαστεί και να αποφασίσει.

* * *

Κάθισε στον βράχο και κρατώντας τη λύρα, δίχως να παίζει, αγνάντευε την απέραντη θάλασσα και τον ουρανό. Το γεράκι στεκόταν ακίνητο στη γνωστή του θέση.
― Να μπορούσα να σου πω τον πόνο μου, είπε στον πετρίτη χαμογελώντας θλιμμένα.
― Και τι σ’ εμποδίζει; ρώτησε το πουλί κάνοντας τον Απάγελο να γουρλώσει τα μάτια και να μείνει με το στόμα ανοιχτό.
― Μιλάς; ρώτησε.
― Σε όποιον με ακούει, είπε εκείνο.
«Της φαντασίας μου είναι. Δεν μιλάνε οι πετρίτες», μουρμούρισε ο Απάγελος.
― Μιλάνε και παραμιλάνε. Όπως κι αν μας λέτε. Πετρίτες, γεράκια, ξεφτέρια, αγριοπούλια, αρπαχτικά, πουλιά, όρνεα, πετούμενα, ορνίθια, φτερωτά… Εμείς ακούμε σε όλα τα ονόματα. Εσείς δεν μας ακούτε, είπε θυμωμένα το γεράκι.
― Συγγνώμη αν σε πρόσβαλλα…, είπε μουδιασμένα ο Απάγελος.
― Δεν προσβάλλομαι εύκολα εγώ, είπε περήφανα το πουλί. Αλλά η κουβέντα μας απ’ αλλού ξεκίνησε. Θα μου πεις τελικά τον πόνο σου;
Ο Απάγελος το κοιτούσε σκεφτικός μην ξέροντας τι να πει και τι να κάνει.
― Άντε! Μίλα! Θα νυχτώσουμε, είπε ζωηρά το γεράκι.
― Θέλω να βρω το μυστικό της μουσικής. Θέλω το τραγούδι μου να μπορεί να μιλάει στους ανθρώπους για τα θαύματα της ζωής. Να μπαίνει στην καρδιά και στο μυαλό τους και στην ψυχή τους. Να τους δείχνει το καλό και την αγάπη. Να τους κάνει καλύτερους απ’ ό,τι είναι.

Το γεράκι φτερούγισε και στάθηκε στον ώμο του παιδιού.
― Να ψάξεις να βρεις τον Μαζαγρέτα. Εκείνος θα σου δείξει τον δρόμο που ζητάς, είπε.
― Πού θα τον βρω αυτόν που λες και ποιος είναι;
― Ερημίτης είναι… Στο Ασπροβούνι, στη σπηλιά του Κεραυνού. Ρώτα και θα μάθεις…
Ο Απάγελος κοίταζε με θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη το γεράκι.
― Σ’ ευχαριστώ, είπε. Δεν ξέρω πώς να σ’ το ξεπληρώσω.
― Μου το ’χεις από καιρό ξεπληρώσει. Θυμάσαι που πρωτόπαιξες τη λύρα σου για μένα; Θυμάσαι τα τραγούδια που έφτιαχνες για το χατήρι μου; Τόσον καιρό σου χρώσταγα κι έψαχνα τρόπο να σ’ το ξεπληρώσω. Καλό δρόμο να έχεις, Απάγελε, και καλή τύχη. Κι αν με χρειαστείς, εδώ θα με βρεις. Θα σε θυμάμαι, Απάγελε, κι εσύ μη με ξεχνάς.
Με τα λόγια αυτά πέταξε το γεράκι και χάθηκε στον ορίζοντα.

Ο Απάγελος γύρισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο σπίτι του. Πήρε ένα σακούλι κι έβαλε μέσα όλα τα χρειαζούμενα για το ταξίδι. Πήρε ένα φλασκί με νερό, πήρε και την αχάλαστη βέργα του πεθαμένου παππού του, τη φτιαγμένη από αμπελιτσιά, και χαιρέτησε τους δικούς του εξηγώντας τους με λίγα λόγια πού πήγαινε και για ποιο σκοπό.
Εκείνοι, γνωρίζοντας τον καημό και τα όνειρά του, του έδωσαν την ευχή τους και τον άφησαν να φύγει με αγκαλιές, ευχές, φιλιά. Αφήνοντας τα δάκρυα για αργότερα.
Ο πατέρας του τον πήρε παράμερα λίγο πριν φύγει και του είπε:
― Να προσέχεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Να είσαι καλός και τίμιος. Και να μας ξανάρθεις γερός και πιο σοφός.
Λέγοντας αυτά τον αγκάλιασε και του ‘δωσε ένα πουγκί με χρήματα.
Ο Απάγελος έκανε να αρνηθεί λέγοντας πως αν χρειαζόταν ένα πιάτο φαΐ θα μπορούσε να το κερδίσει με τη λύρα του ή με τον κόπο του.
Ο πατέρας του όμως επέμεινε να τα πάρει.
― Δεν είναι πάντα σίγουρο αυτό. Και η πείνα ταπεινώνει και χαλάει τον άνθρωπο.
Έτσι ο Απάγελος πήρε το δρόμο για το Ασπροβούνι και τη σπηλιά του Κεραυνού.

* * *

Το Ασπροβούνι βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα μακριά απ’ το χωριό του. Είχε μπει για τα καλά ο χειμώνας και παρ’ όλο που ήταν καλά εφοδιασμένος για τα κρύα, πολλές φορές τουρτούριζε. Τα βράδια, όταν δεν τον φιλοξενούσαν σε κάποιο χωριό ή πόλη ―όπου όλο και κάποιος σύντεκνος της φαμίλιας του θα βρισκόταν― τυλιγόταν με την κάπα του και ανάβοντας μια ψευτοφωτιά προσπαθούσε να ζεσταθεί, να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί.

Μετά από μέρες είδε μπροστά του το Ασπροβούνι.
«Καλά το λένε Ασπροβούνι», μουρμούρισε βλέποντας το χιονοσκέπαστο ψηλό βουνό.
Άρχισε να ανεβαίνει. Όσο ήταν ακόμα στα χαμηλά, τα μονοπάτια τα πάλευε. Σαν άρχισε όμως να πλησιάζει στα μισά προς την κορφή, τόσο δυσκολευόταν στο σκαρφάλωμα. Τα βράχια ήταν απότομα, το χιόνι παχύ και το κρύο ανελέητο. Κάπως τον βοηθούσε η μαγγούρα του παππού του. Τη γάντζωνε σε κάνα βράχο ή κλαρί κι ανέβαινε. Ο Απάγελος έσφιγγε τα δόντια κι όλο ανέβαινε.

«Πού θα πάει… Κάποια στιγμή θα φτάσω στη σπηλιά του Κεραυνού», σκεφτότανε με πείσμα κι έπαιρνε κουράγιο.

Η πρώτη του βραδιά στο βουνό ήταν μαρτυρική. Παρ’ όλο που άναψε φωτιά στο βαθούλωμα ενός βράχου, το κρύο τού περόνιαζε τα κόκαλα. Ο αέρας φυσούσε μανιασμένος και η φωτιά ήταν αδύναμη σαν καντήλι. Μέχρι να ξημερώσει, ο Απάγελος είδε κι έπαθε.
Με το πρώτο φως της μέρας, ξαναπήρε τον δρόμο ενάντια στο βουνό και στο χιόνι που έπεφτε ολοένα και πιο πυκνό.

Περπατούσε για ώρες ξεθεωμένος. Κάθε τόσο στεκόταν, έβρισκε απάγκιο σε καμιά σχισμάδα των βράχων και για να ξεκουραστεί έβγαζε τη λύρα του κι έπαιζε. Με κόπο και μες στην παγωνιά κατάφερνε να μικραίνει την απόσταση από το σκοπό του. Πέρασε και το δεύτερο βράδυ ίδιο και χειρότερο με το προηγούμενο. Το πρωί ο Απάγελος ξύπνησε από το μουγκρητό της χιονοθύελλας. Ήταν απελπισμένος.
«Εδώ θ’ αφήσω τα κόκαλά μου» σκέφτηκε ήρεμα.
Ήταν τόσο ταλαιπωρημένος, τόσο παγωμένος και τόσο αποθαρρυμένος που ο θάνατος δεν τον τρόμαζε.
«Κρίμα… Κι έφτασα τόσο κοντά στο μυστικό της μουσικής», ήταν η θλιμμένη σκέψη που έκανε.
Μετά σκέφτηκε τη μάνα του και τον πατέρα του. Και το χωριό. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του. Έφερε στο νου του και τους δασκάλους του.
Τον Κοφινά, τον Ανεμά και τον Τιγράνο. Με όση δύναμη του είχε απομείνει, έβγαλε τη λύρα του και χουχουλιάζοντας τα παγωμένα του δάχτυλα για να τα ζεστάνει λίγο, έπιασε το δοξάρι κι άρχισε να παίζει.

Το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό ήταν ένα μοιρολόι.
Γέλασε πικρά, φέρνοντας στη σκέψη του το γεράκι που δεν αγαπούσε τα μοιρολόγια.
«Δεν πέθανα ακόμη. Τραγούδι του Γάμου θα παίξω!» αποφάσισε μέσα σε μιαν αναλαμπή ελπίδας αλλά κι από ένα ξαφνικό πείσμα που του έφερε στον νου του η θύμιση της όμορφης γειτονοπούλας του.
Κι άρχισε να παίζει. Αργά στη αρχή γιατί τα δάχτυλά του δεν τον υπάκουαν. Όσο όμως έπαιζε, τα χέρια του τον ακολουθούσαν όλο και πιο υποταχτικά. Ο ήχος της λύρας αντιλαλούσε στα γύρω χιονισμένα βράχια. Το τραγούδι του Απάγελου απλωνόταν ολόγυρα σαν προμήνυμα της Άνοιξης στην καρδιά του Χειμώνα.

Και τότε, εκεί που ήταν παραδομένος στο ―όπως φοβόταν― τελευταίο του τραγούδι, ένιωσε κάτι να τον αγγίζει απαλά στον ώμο. Το δοξάρι έμεινε μετέωρο και ο Απάγελος γύρισε να δει τι τον άγγιξε.
Τρομαγμένος αντίκρυσε έναν άντρα ψηλό, με μακριά μαλλιά και γένια, με παλιά φθαρμένα ρούχα. Κάτω από έναν μάλλινο σκωροφαγωμένο σκούφο, δυο φωτεινά μάτια τον κοίταζαν. Έδειχνε πολύ μεγάλος στην ηλικία αλλά η όψη του είχε μια φρεσκάδα νεανική.
― Ποιος είσαι εσύ που παίζεις τη λύρα μέσα στην ερημιά;
Ο Απάγελος ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
― Μερομηνά με βάφτισαν αλλά με φωνάζουν Απάγελο. Κι αν εσύ είσαι ο Μαζαγρέτας, τότε σώθηκα, είπε λαχανιαστά.
Ο άντρας γέλασε. Κι αμέσως σοβάρεψε.
― Εγώ είμαι ο Μαζαγρέτας. Αν όμως δεν φύγουμε αμέσως για τη σπηλιά μου, αμφιβάλλω αν έχεις σωθεί, μικρέ μου Μερομηνά κι Απάγελε.
Και με τα λόγια αυτά, σήκωσε στην αγκαλιά του τον ξεπαγιασμένο Απάγελο.

Με βήμα γοργό και σίγουρο περπατούσε στο χιόνι και σε λίγο, άντρας και παιδί βρίσκονταν στη σπηλιά του Κεραυνού, μπροστά σε μια ζωηρή φωτιά και με μια κούπα ζεστό δίκταμο στο χέρι ο καθένας.
― Ζεστά είναι εδώ! Και το δίκταμο… Ωραίο που είναι! είπε ο Απάγελος.
Ο Μαζαγρέτας χαμογελούσε.
― Λοιπόν; Τώρα που συνήλθες, και με τη βοήθεια του έρωντα ―που εσύ το λες δίκταμο― για πες μου… Πώς αποφάσισες να έρθεις μέχρι εδώ μέσα στο καταχείμωνο;
Ο Απάγελος τον κοίταξε με δισταγμό.
«Να του πω για το γεράκι; Θα με πάρει για πεντοκούζουλο…», σκέφτηκε.
― Ένας φίλος μου, λυράρης στο χωριό, μού μίλησε για σένα… Έψαχνα για έναν καλό δάσκαλο της μουσικής και…
Ο Μαζαγρέτας τον κοίταζε καχύποπτα.
― Πόσο άσκημα τα λες τα ψέματα, Απάγελε! Τόσο άσκημα, που θα με κάνεις να πιστέψω ότι είσαι καλό παιδί, είπε σοβαρός.
Ο Απάγελος κοκκίνισε σαν παντζάρι.
«Πώς το κατάλαβε;» αναρωτήθηκε.
Ο ερημίτης είπε σοβαρά:
― Πάντως, δεν ήταν τελείως ψέμα αυτό που είπες. Γιατί το γεράκι είναι πραγματικά φίλος σου. Λυράρης όμως, δεν είναι.
Ο Απάγελος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Αυτός είχε στείλει το γεράκι;» σκέφτηκε με απορία.
Ο ερημίτης κοίταξε τον Απάγελο με συμπόνια.
― Μικρέ μου φίλε… Το γεράκι γυρνάει όλο το νησί και ψάχνει για άξιους καλλιτέχνες. Κι όταν τους βρει, μου τους στέλνει. Όπως έγινε και με σένα. Γιατί το γεράκι μπορεί να μην ξέρει να παίζει λύρα, ξέρει όμως ν’ ακούει καλύτερα απ’ τον καθένα. Κι όχι μόνο τη λύρα…
― Τι άλλο ακούει το γεράκι; ρώτησε ο Απάγελος έχοντας πάρει θάρρος.
― Τον ίδιο τον λυράρη. Ακούει, βλέπει, νιώθει… Την καρδιά του, το μυαλό του, την ψυχή του. Γιατί όσο κι αν είναι κανείς καλός τεχνίτης, αν δεν έχει αγάπη μέσα του είναι τενεκές ξεγάνωτος και δεν κάνει για συντροφιά μου.
― Και το γεράκι σού είπε ότι κάνω για μαθητής σου; ρώτησε με συγκρατημένο ενθουσιασμό ο Απάγελος.
Ο Μαζαγρέτας ζάρωσε τα φρύδια και είπε ψιθυριστά:
― Μαθητής μου; Μπα σε καλό σου… Να ξεκουραστείς, να φας κάτι και να κοιμηθείς. Από αύριο θα έχουμε αρκετό χρόνο να τα λέμε.
Αργότερα, στο ζεστό στρώμα που του ετοίμασε ο Μαζαγρέτας, ο Απάγελος κοιμότανε βαθιά. Στον ύπνο του είδε μια ήρεμη θάλασσα κι ένα χρυσό πουλί να πετάει ψηλά και να έρχεται προς το μέρος του. Όμως, όσο κι αν το έβλεπε να πετάει προς το μέρος του, δεν έδειχνε να πλησιάζει.

* * *

Η σπηλιά του Κεραυνού ήταν μεγάλη και φιλόξενη.
Όταν ξύπνησε το πρωί ο Απάγελος είδε τον ερημίτη να ετοιμάζει δίκταμο. Έριξε μια ματιά γύρω στη σπηλιά. Το νοικοκυριό του Μαζαγρέτα ήταν λιτό και φτωχικό αλλά τίποτα δεν έλειπε. Ήπιανε νερό, φάγανε μαζί λίγο μουσκεμένο κριθαρένιο παξιμάδι με δυο μπουκιές χλωρό αθοτύρι και μέλι. Ήπιανε κι από μια κούπα δίκταμο ο καθένας.
Ο Απάγελος δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι του. Ανυπομονούσε να βγάλει τη λύρα του να παίξει να τον ακούσει ο Μαζαγρέτας. Εκείνος όμως, αμέσως μετά το πρωινό, είπε:
― Θα με βοηθήσεις τώρα να καθαρίσουμε τη σπηλιά.
Ο Απάγελος ξαφνιάστηκε αλλά είπε πρόθυμα:
― Με μεγάλη μου χαρά.
Άρχισαν τότε να σκουπίζουν, να τινάζουν τα στρωσίδια και τα υφαντά έξω στο χιόνι, να ξεσκονίζουν και να πλένουν και να καθαρίζουν όλη τη σπηλιά.
Κάνανε ένα διάλειμμα για να φάνε κάτι το μεσημέρι και μετά συνέχισαν το νοικοκύρεμα μέχρι το βράδυ. Ο Απάγελος είχε ξεθεωθεί.
― Φτάνει για σήμερα, είπε ο Μαζαγρέτας. Θα φάμε τώρα και θα ξεκουραστούμε μέχρι το πρωί.
Ο Απάγελος δεν έβγαλε μιλιά για λύρες και τραγούδια.
Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις σηκώθηκε, άκουσε τον ερημίτη να του φωνάζει από την είσοδο της σπηλιάς που την έφραζε ένα βαρύ υφαντό:
― Απάγελε! Πάω για λίγο έξω. Μέχρι να γυρίσω, άναψε φωτιά να ζεστάνεις νερό.
Ο Απάγελος ξαφνιάστηκε και πάλι αλλά ξεκίνησε να εκτελεί τις παραγγελίες του Μαζαγρέτα. Άναψε φωτιά, ζέστανε νερό, ετοίμασε τα παξιμάδια με τον αθότυρο και το μέλι και μέχρι να τα τακτοποιήσει στο μοναδικό τραπέζι της σπηλιάς, είδε το υφαντό στην είσοδο να ανοίγει και τον Μαζαγρέτα να μπαίνει.
― Πολύ ωραία! είπε εκείνος μόλις κάθισε στο τραπέζι και τα είδε όλα έτοιμα. Να φάμε τώρα γιατί έχουμε πολλές δουλειές. Θα πάμε να κόψουμε ξύλα, να τα κουβαλήσουμε εδώ και μετά να πάμε να πάρουμε νερό απ’ την απάγωτη πηγή γιατί η κοντινή μας πάγωσε. Κοντά είναι… Ούτε μια ώρα δρόμος.
Ο Απάγελος πάλι δεν είπε κουβέντα.
Μετά το πρωινό πήγανε για ξύλα.
― Να μαζέψουμε αρκετά, να έχουμε, είπε ο Μαζαγρέτας.
Τρεις φορές πήγανε και ήρθανε για ξύλα και μετά για νερό. Με όλες εκείνες τις δουλειές, μ’ ένα μόνο μικρό διάλειμμα το μεσημέρι για φαΐ, έφτασε το βράδυ.
― Μπορείς, Απάγελε, να ετοιμάσεις το βραδινό μας; Είμαι μεγάλος άνθρωπος και κουράζομαι εύκολα. Και μετά, ύπνο. Έχουμε να σηκωθούμε νωρίς γιατί μας περιμένουν πολλές δουλειές.
Ο Απάγελος κόντευε να σκάσει απ’ το κακό του.
«Τρεις μέρες είμαι εδώ και ούτε λέξη για μουσική. Πού θα πάει αυτό το βιολί;» αναρωτήθηκε με θυμό.
Δεν είπε όμως τίποτα παρά ετοίμασε το φαΐ όσο πιο καλά μπορούσε. Έστρωσε τραπέζι και όταν ήταν όλα έτοιμα, φώναξε τον Μαζαγρέτα που καθόταν μπροστά στη φωτιά και κοίταζε τις φλόγες ασάλευτος.
― Πολύ ωραία τα έκανες όλα, Απάγελε, σχολίασε εκείνος τρώγοντας.

Την άλλη μέρα ξύπνησε πρώτος ο Απάγελος και ετοίμασε το πρωινό.
Όταν σηκώθηκε ο ερημίτης και τα είδε, χαμογέλασε και είπε:
― Μπράβο, Απάγελε! Εύγε! Κάθισε να φάμε γρήγορα γιατί οι δουλειές δεν περιμένουν.
Ο Απάγελος, στην άκρη της γλώσσας του το είχε να τον ρωτήσει για τη μουσική. Κρατήθηκε όμως.

* * *

Πάνω από δυο εβδομάδες πέρασαν.
Κάθε μέρα ο Μαζαγρέτας έβρισκε και μια νέα δουλειά που έπρεπε να γίνει. Πότε ήταν το νερό από τη μακρινή απάγωτη πηγή, πότε έφευγε μόνος του ο ερημίτης για να πάει να φέρει τυρί, μέλι και παξιμάδια ―ποιος ξέρει από πού―, πότε ήταν τα ξύλα που έπρεπε να κόψουν και να κουβαλήσουν, πότε ήταν το καθάρισμα της σπηλιάς. Κι όταν δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά, έπρεπε να τρίψουνε τα μπακίρια, να μπαλώσουν κανένα υφαντό ή να φροντίσουν κανένα ζούδι του βουνού που είχε ξεπαγιάσει κοντά στην σπηλιά.
Όλο κάτι έβρισκε ο Μαζαγρέτας για να απασχολούνται όλη τη μέρα.
Και για μουσική; Μιλιά!
Ο Απάγελος έκανε υπομονετικά ό,τι του ζητούσε ο ερημίτης. Κι όλο σκεφτόταν: «Αύριο θα του μιλήσω για τη μουσική».
Αλλά το αύριο ερχόταν με καινούριες βιαστικές δουλειές και ο Απάγελος δεν έβγαζε μιλιά. Και δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά γιατί το καταλάβαινε ότι αν δεν γινόντουσαν στην ώρα τους εκείνες οι δουλειές, η σπηλιά θα ρήμαζε και κείνοι θα ξεπαγιάζανε και θα πεινούσαν.
«Πρώτα η ζωή και μετά η μουσική», παρηγορούσε τον εαυτό του ο Απάγελος.
Και περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες.

* * *

Μια μέρα, μετά το πρωινό, ο Μαζαγρέτας είπε:
― Καλό μου παιδί, πήγαινε και φέρε μου το σεντούκι που έχω εκεί πέρα.
Και έδειξε στον Απάγελο μια σκοτεινή γωνιά στο βάθος της σπηλιάς.
Ο Απάγελος πήγε κι έφερε ένα σεντούκι που βρήκε εκεί, αρκετά μεγάλο. Το ακούμπησε μπροστά στον Μαζαγρέτα και επειδή του φάνηκε ελαφρύ για το μέγεθός του αναρωτήθηκε τι να έχει μέσα.
Μόλις το άνοιξε ο Μαζαγρέτας, ο Απάγελος είδε ότι ήταν γεμάτο με ένα σωρό χαρτάκια διπλωμένα. Το καθένα απ’ αυτά είχε κι από ένα όνομα επάνω του.
― Γερνάω, Απάγελε, και τα μάτια μου δεν με βοηθάνε όπως παλιά. Στα χαρτιά αυτά είναι γραμμένοι όλοι όσοι πέρασαν από τη σπηλιά μου. Θα ήθελα να τους τακτοποιήσουμε με αλφαβητική σειρά. Να τους βάζεις στους φακέλους που θα σου δώσω. Κάθε χαρτί στον φάκελο με το αντίστοιχο γράμμα. Εύκολο είναι…
Ο Απάγελος, τι να κάνει, κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά κι άρχισε να ξεδιαλέγει τα χαρτάκια.
Με το πρώτο που έπιασε, είδε πάνω γραμμένο ένα όνομα, μια ημερομηνία και μια υπογραφή καλλιγραφική. Το όνομα ήταν ενός διάσημου μουσικού που τον είχε ακουστά από τους γεροντότερους ο Απάγελος. Αλλά και η ημερομηνία ήταν πάρα πολύ παλιά. Απόρησε και ρώτησε τον ερημίτη:
― Μαθητής σου ήταν κι αυτός, δάσκαλε;
Ο Μαζαγρέτας έπιασε το χαρτάκι, το κράτησε σε αρκετή απόσταση από τα μάτια του και διάβασε το όνομα.
― Μαθητής μου; Αφού σου έχω πει… Δεν έχω μαθητές εγώ, είπε με πονηρό χαμόγελο. Τον φιλοξένησα κάποτε… Δύσκολος σύντροφος κι ακόμα πιο δύσκολος βοηθός… Ούτε να μαγειρεύει δεν ήξερε, ούτε κι έμαθε…
Ο Απάγελος έβλεπε τα χαρτάκια με τα ονόματα, τις ημερομηνίες και τις υπογραφές και κάθε φορά μεγάλωνε η απορία του και η έκπληξή του.
― Μαθητής σου κι αυτός ο σπουδαίος ζωγράφος; Κι αυτός ο ποιητής;
Γελούσε αχνά ο ερημίτης κι έλεγε:
― Επιμένεις, ε; Αφού σου είπα, εγώ μαθητές ούτε είχα ποτέ ούτε έχω…
Ο Απάγελος δεν μπορούσε να καταλάβει. Μια υποψία ότι ο Μαζαγρέτας τον κορόιδευε άρχισε να του γραντζουνίζει το μυαλό.
Κόντευε να βραδιάσει όταν με το φως του λύχνου ο Απάγελος διάβασε το όνομα στο τελευταίο χαρτάκι πριν το βάλει στον αντίστοιχο φάκελο.
Ήταν ένας ποιητής που ήταν πεθαμένος κοντά πεντακόσια χρόνια πριν.
Τότε το αγόρι δεν άντεξε.
― Με κοροϊδεύεις, δάσκαλε! Πώς μπορεί αυτός να ήταν μαθητής σου; Ή φιλοξενούμενός σου ή βοηθός σου, όπως λες…
Ο Μαζαγρέτας τον κοίταξε στα μάτια και είπε σοβαρά:
― Αν νομίζεις ότι σε κοροϊδεύω, Απάγελε, να γυρίσεις στο σπίτι σου. Αύριο κιόλας. Αλλά τώρα θα φάμε γιατί έχεις κουραστεί.
Κάτι στο ύφος του και στη λάμψη που είδε στη ματιά του, έκανε τον Απάγελο να ντραπεί για τη δυσπιστία του.
«Πολλά είναι αυτά που δεν καταλαβαίνουμε… Ίσως γι’ αυτό έχουμε ανάγκη τη μουσική και τα τραγούδια. Για να βάζουμε μέσα τους όλα όσα δεν μπορούμε με τη λογική να ορίσουμε» σκέφτηκε. Και κάπως τον παρηγόρησε η σκέψη εκείνη.

* * *

Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις σηκώθηκαν, ο Απάγελος τόλμησε να πει:
― Δεν φεύγω… Αλλά θα με διδάξεις κι εμένα όπως δίδαξες τους άλλους;
Ο Μαζαγρέτας τον κοίταξε ερωτηματικά.
― Να σε διδάξω; Αν έτσι το λες εσύ… Αλλά πρώτα το φαγητό. Εντάξει; είπε και γέλασε καλόκαρδα.
Μετά το πρωινό, ο ερημίτης έδειξε το βάθος της σπηλιάς.
― Εκεί, στο βαθούλωμα του βράχου, πάνω από το σεντούκι που τακτοποιήσαμε χθες, κρέμεται ένα σακούλι. Πήγαινε φερ’ το.

Ο Απάγελος σηκώθηκε και πήγε εκεί που του έδειξε ο Μαζαγρέτας.
Από το σχήμα του σακουλιού υποπτεύθηκε τι μπορεί να είχε μέσα κι αυτό του έδωσε χαρά. Ο Μαζαγρέτας έπιασε το σακούλι και έβγαλε από μέσα μια παμπάλαια λύρα με το δοξάρι της. Το βερνίκι ήταν θαμπωμένο, είχε σκασίματα στο ξύλο και μικρές τρύπες από σαράκι. Είχε όλες τις χορδές της όμως. Το δοξάρι ήταν και κείνο σαρακοφαγωμένο και άθλιο αλλά τις τρίχες του τις είχε όλες.
Ο γερο-ερημίτης έδωσε το όργανο στον Απάγελο και του είπε ήρεμα αλλά προσταχτικά:
― Παίξε.
Ο Απάγελος, βλέποντας την κακή όψη της λύρας, πήγε να αντιπροτείνει τη δική του λύρα που ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.
Ο Μαζαγρέτας, λες και κατάλαβε τη σκέψη του παιδιού, επέμεινε:
― Παίξε. Μ’ αυτήν…

Ο Απάγελος πήρε τη λύρα και το δοξάρι και κάθισε.
Χάιδεψε τρυφερά τη γέρικη λύρα και έσυρε τα δάχτυλά του πάνω στο δοξάρι. Σαν να ’θελε να γιατρέψει τις πληγές του γέρικου οργάνου, να θεραπεύσει τα σημάδια που είχε αφήσει ο χρόνος.
Μετά άρχισε να παίζει.
Ένας πρωτόγνωρος ήχος βγήκε μέσα από τη ρημαγμένη λύρα. Η σπηλιά γέμισε από ήχους που έφταναν μαγικοί στα αυτιά του Απάγελου.

Ο Μερομηνάς ο Απάγελος, κυριευμένος από τον ήχο της λύρας του Μαζαγρέτα, έπαιζε και σταματημό δεν είχε. Έπαιζε άγριους χορούς, γλυκά νανουρίσματα, ερωτικά τραγούδια, μοιρολόγια, σούστες, χορούς της νύφης, πεντοζάληδες, Χανιώτικους, Μαλεβιζιώτικους, Ανωγειανούς πηδηχτούς… [4].
Και η λύρα εκείνη τον υπάκουγε όσο καμιά άλλη πριν.

Κάποια στιγμή, μετά από ώρα, σταμάτησε. Ένιωσε την πλημμύρα των ήχων να ανεβαίνει στα μάτια του κι όσο κι αν δεν το ήθελε, κατάλαβε ότι λίγο ήθελε να αρχίσουν να κυλάνε ασυγκράτητα τα δάκρυά του.
Κατάλαβε τότε ο Απάγελος ότι ένας μεγάλος δρόμος είχε ανοίξει για ’κείνον και πια δεν είχε πίσω. Όπως ο πολεμιστής, που όρκο έδωσε να υπερασπιστεί με τη ζωή του ό,τι αγαπάει, έτσι και κείνος θα υπερασπιζόταν την αλήθεια της τέχνης του με τη ζωή του. Δίχως να στερηθεί ούτε τη ζωή του αλλά ούτε την αγάπη και τους ανθρώπους.

Κοίταξε με ευγνωμοσύνη τον Μαζαγρέτα και είδε δάκρυα να κυλάνε στα μάτια του ερημίτη που τώρα του φάνηκε πολύ πιο γέρος από προτύτερα.
Με τη σεμνότητα που του επέβαλλε η στιγμή, ψιθύρισε λίγο βραχνά:
― Είναι η καλύτερη λύρα που έχω πιάσει στα χέρια μου. Στην αρχή νόμισα ότι… Αλλά… Πολύ καλή λύρα είναι τελικά…
Κοφτά μιλούσε και άτσαλα γιατί η φωνή του είχε αρχίσει να τρέμει.
Ο Μαζαγρέτας χαμογέλασε.
― Η λύρα μου υπακούει σε όποιον της χαρίζει την αγάπη του. Βγάζει τη μουσική που κρύβει μέσα του ο λυράρης. Αυτό είναι που την κάνει ξεχωριστή.
Ο Απάγελος κοίταξε με θαυμασμό τη λύρα του Μαζαγρέτα.
― Πες μου τώρα, δάσκαλε. Πώς έμαθαν όλοι αυτοί οι διάσημοι άνθρωποι το μυστικό της τέχνης;
Ο Μαζαγρέτας έπιασε τον Απάγελο από το μπράτσο.
― Άσε τη λύρα κι έλα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ποιος σου είπε ότι είμαι δάσκαλος; Και μάλιστα της μουσικής ή όποιας άλλης τέχνης…
Ο Απάγελος τον κοίταξε καχύποπτα.
― Το γεράκι μού το είπε…, ψέλλισε.
― Θυμάσαι να σου είπε το γεράκι ότι είμαι δάσκαλος; ρώτησε δύσπιστα ο ερημίτης.
― Μα…
― Θυμάσαι τι ακριβώς σου είπε το γεράκι;
Ο Απάγελος προσπάθησε να θυμηθεί τα λόγια του γερακιού.
― «Να πας να βρεις τον Μαζαγρέτα. Εκείνος θα σου δείξει τον δρόμο που ζητάς». Αυτό μου είπε το γεράκι.
― Αυτό σημαίνει ότι είμαι δάσκαλος μουσικής; ρώτησε ο Μαζαγρέτας.
― Όχι, παραδέχτηκε ο Απάγελος.
― Και κάτι άλλο… Ποιος σου είπε ότι όλοι εκείνοι οι διάσημοι μουσικοί, που τα ονόματά τους είδες στο σεντούκι μου, βρήκαν το μυστικό της μουσικής;
― Επειδή, έγιναν διάσημοι… Δηλαδή… τα έργα τους είναι αθάνατα, κατάφεραν να φτάσουν στην καρδιά της μουσικής…
― Τα έργα τους μπορεί να αντέχουν ακόμη… Αθάνατα δεν ξέρουμε αν είναι. Γιατί κι εμείς, όπως κι εκείνοι, δεν είμαστε αθάνατοι. Αθάνατη είναι η τέχνη, όχι οι υπηρέτες της ή τα έργα τους. Κι αν τους θυμούνται ακόμη οι άνθρωποι, είναι γιατί όσο ζούσαν εκείνοι, έψαχναν ασταμάτητα και ακούραστα την ουσία της μουσικής. Μέχρι το τέλος.
Ο Απάγελος έσκυψε το κεφάλι.
«Είχε δίκιο τελικά ο Τιγράνος…», μουρμούρισε.
― Και βέβαια είχε δίκιο, είπε ζωηρά ο Μαζαγρέτας, ξαφνιάζοντας τον Απάγελο. Κι αυτός και ο Κοφινάς και ο Ανεμάς.
― Μαθητές σου ήταν κι αυτοί; ρώτησε.
― Όχι. Αλλά δεν έχουν μόνο οι φίλοι μου το προνόμιο να ανακαλύπτουν αλήθειες. Δεν τους προλαβαίνω όλους άλλωστε…
Ο Απάγελος όμως είχε μείνει με την απορία.
― Εσύ όμως, Μαζαγρέτα, ποιος είσαι τελικά; Και τι διδάσκεις;
Ο παράξενος άντρας, με τις πολλές ηλικίες ―όπως μαρτύραγε η όψη του―, γέλασε δυνατά.
― Τι διδάσκω; Αχ, Απάγελε. Δεν διδάσκω εγώ. Εγώ δείχνω… Πολύ λίγα πράγματα… Καθημερινά, απλά. Όπως είναι η τέχνη του έρωντα… ή του δίκταμου, αν προτιμάς. Ή τον έρωντα της τέχνης. Δείχνω την τέχνη του μαζέματος των ξύλων για το τζάκι στη βαρυχειμωνιά, το στρώσιμο του τραπεζιού για ένα καλό πρωινό με παρέα. Δείχνω το ράψιμο και το μπάλωμα στρωσιδιών. Δείχνω, σε όποιον θέλει, πώς να είσαι καλά με κάποιον άλλον. Αλλά πάνω απ’ όλα δείχνω στους ανθρώπους, που διαλέγω και με διαλέγουν, να ακολουθούν με πίστη, ελπίδα, αγάπη, επιμονή και υπομονή τον δρόμο που διάλεξαν.
― Πώς;
― Όπως μ’ εσένα. Πώς και δεν γκρίνιαξες για τις δουλειές που σ’ έβαζα να κάνεις; Γιατί δεν βαρυγκόμησες;
Ο Απάγελος γέλασε.
― Περίμενα… Πότε θα αρχίσουν τα μαθήματα…
― Είδες; Επιμονή, υπομονή, ελπίδα, πίστη… Όπως πολλοί άλλοι πριν από σένα. Περίμενες να μάθεις το μυστικό της μουσικής όπως άλλοι το μυστικό της ζωγραφικής, της ποίησης, του χορού, της λογοτεχνίας…
― Το γεράκι σού τους στέλνει;
― Μερικούς μου τους στέλνει το γεράκι… Αλλά έχω πολλούς φίλους εγώ, είπε αινιγματικά.
― Άρα δεν είσαι ερημίτης…
Χαμογέλασε ο Μαζαγρέτας.
― Ερημίτης; Με τόσες φιλίες; Μοναχικός μπορεί να είμαι, αλλά ποτέ μοναχός! Αλλά ακόμα κι ένας ερημίτης, δεν μπορεί να ζήσει ξεκομμένος από τους ανθρώπους. Χωρίς τους ανθρώπους δεν είναι ερημίτης. Ο τελευταίος άνθρωπος στη γη δεν θα είναι ερημίτης, Απάγελε. Ένα τίποτα θα είναι…
― Και πώς σε πληρώνουν οι μαθητές σου. Γιατί όσο κι αν διαφωνείς, εγώ μαθητές θα τους λέω.
Ο Μαζαγρέτας τον κοίταξε κατάματα.
― Καλή ερώτηση, Απάγελε… Ας πούμε λοιπόν, ότι είμαι ένας ζητιάνος που τρέφεται από την Τέχνη των Ανθρώπων. Που ζει και τρέφεται από τα ψίχουλα που του προσφέρουν μερικοί μεγάλοι καλλιτέχνες… Ξεδιψάω με την υγρασία που φέρνει στα μάτια μου η αληθινή τέχνη… Χορταίνω με την αλήθεια της τέχνης. Κάποιος παλιός ποιητής με ονόμασε συλλέκτη δακρύων. Των δικών μου και των άλλων… Τότε, του είχα πει να μη λέει κουταμάρες…

Έτσι μίλησε ο Μαζαγρέτας και τα μάτια του ήταν και πάλι υγρά. Όπως τη στιγμή που τον κοίταξε ο Απάγελος, μόλις σταμάτησε να παίζει τη λύρα.
Ο Απάγελος έσκυψε το κεφάλι και γονάτισε.
― Σε ευχαριστώ, δάσκαλε, είπε.
Η σπηλιά γέμισε με μια φεγγοβολιά.
Μπορεί να ήταν κι ένα φύσημα του αέρα που δυνάμωσε τις φλόγες στο τζάκι.

* * *

Το κατέβασμα, παρά τα χιόνια, ήταν πιο εύκολο τώρα. Ο Απάγελος είχε αποχαιρετήσει τη σπηλιά του Κεραυνού και τον Μαζαγρέτα και βιαζόταν να γυρίσει στο χωριό του. Πριν φύγει όμως, άφησε κι αυτός ένα χαρτάκι με το όνομα, την ημερομηνία και την υπογραφή του στο σεντούκι του ερημίτη.

Μετά από λίγες μέρες, έφτασε στο χωριό του.
Οι δικοί του τον καλωσόρισαν με αγκαλιές και δάκρυα χαράς.
― Βρήκες αυτό που ζητούσες, γιε μου; τον ρώτησε ο πατέρας του.
Ο Απάγελος χαμογέλασε.
― Μαζί μου το είχα. Και τότε που έφυγα και τώρα που γύρισα. Αλλά έπρεπε κάποιος να μου το δείξει.

* * *

Μεγαλώνοντας ο Μερομηνάς ο Απάγελος, έγινε ένας από τους πιο ξακουστούς λυράρηδες του μεγάλου νησιού. Όλο το χωριό του, όλο το νησί και όλη η χώρα καμάρωνε γι’ αυτόν. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα του τόπου του.

Αλλά εκεί που χαιρόταν περισσότερο να παίζει, ήταν για τους συγχωριανούς του.
Εκεί ήταν που μπορούσε καλύτερα να μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.
Να τους ξεσηκώνει για το χορό και να ζεσταίνει τις μεταξύ τους σχέσεις.

Όταν έπαιζε ο Μερομηνάς ο Απάγελος, είτε σε γάμους είτε σε γλέντια και χαρές, ακόμα και μικρά παρεάκια, οι εχθροί φιλιώνανε, οι φιλίες δυναμώνανε, οι έρωτες αντάμωναν τις αρετές και οι αρετές ριζώνανε σε καρδιές που, κι αν δεν ήταν απ’ τη φτιαξιά τους παλικαρίσιες, ντρεπόντουσαν να δείχνουνε φτηνές όταν στον κόσμο υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Μερομηνά τον Απάγελο και μουσικές σαν τη μουσική του.
Με τη μουσική του Απάγελου άλλοι γλεντούσαν και χορεύανε, άλλους τους έπιανε ένα κλάμα νοσταλγικό, άλλοι μετανιώνανε για κάτι κακό που είχανε κάνει και άλλες κι άλλους τους έπιανε μια ακατανίκητη επιθυμία να αγκαλιάσουν με αγάπη το ταίρι τους. Καμιά και κανένας όμως δεν έμενε ασυγκίνητος, εκτός από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να ακούσουν τίποτα.
Γιατί, όπως λέγανε πολλοί και για πολλά χρόνια:
«Ο Μερομηνάς ο Απάγελος, κάτεχε βαθιά το μυστικό της μουσικής και ήξερε να παντρεύει τη μουσική με την ανθρωπιά».

* * *

Σημειώσεις:

  1. αόρι = το βουνό, στ’ Ανώγεια
  2. σκάρα = Μεγαλόσωμο αρπακτικό πουλί. Λέγεται και όρνιο ή καναβός. Φωλιάζει σε γκρεμούς και τρέφεται με ψοφίμια.
  3. καπετάνιος = αρχηγός, πολέμαρχος, όχι απαραίτητα ναυτικός.
  4. πεντοζάληδες, Χανιώτικους, Μαλεβιζιώτικους, Ανωγειανούς πηδηχτούς = Κρητικοί χοροί.

           

* * *

Κωστής Α. Μακρής

Ο Μερομηνάς ο Απάγελος 
και η λύρα του Μαζαγρέτα

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κείμενο αφιερωμένο στα Ανώγεια, Μυλοποτάμου Κρήτης,
και στον δάσκαλο και πρώην Δήμαρχο Ανωγείων Γεώργιο Σμπώκο.

Παραχωρώ μέχρι 31-12-2037 (σε περίπτωση τυπογραφικής έκδοσης) τα έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα του συγγραφέα στον Γεώργιο Ι. Σμπώκο, κάτοικο Ανωγείων Μυλοποτάμου, Τ.Κ. 74051 Ρέθυμνο Κρήτης, με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση του έργου του Κοινωφελούς Οργανισμού των Ανωγείων «Κοινωφελές Ίδρυμα Γεωργίου και Αμαλίας Σμπώκου».

Το Copyright και όσα άλλα δικαιώματα απορρέουν από αυτό και, αυτοδίκαια, από τη δημοσίευση αυτού του έργου στο διαδίκτυο, παραμένουν στον συγγραφέα [Κωστή (Κωνσταντίνο) Α. Μακρή] και καμιά έκδοση, αλλαγή, τροποποίηση, εικονογράφηση ή αναδημοσίευση μέρους ή όλου του έργου ή μετατροπή του για τον κινηματογράφο, το θέατρο, την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη μου και την έγγραφη έγκριση και άδειά μου.
Κωστής Α. Μακρής
Μαρούσι, Δεκέμβριος 2017

Copyright©2017, Kostis A. Makris, Athens, Greece, E.U.

Copyright © 2017, Κωστής (ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ) Α. Μακρής, Αθήνα, Ελλάδα, E.E.

e-mail: kostimakris@gmail.com

________________________________

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

 

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

ΑΡΧΕΙΑ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: