//
you're reading...
Ο Πιοζ Νάμε

Ο Πιοζ Νάμε και ο καπετάνιος Τράμος Ντάνας στο εστιατόριο της Ανακόντης

PIOZ NAME SYNTHESH 21X15cm 04JUNE15 LR

Με συγκίνηση και θλίψη εγκατέλειψε ο Πιοζ Νάμε τους «Ανθρώπους».
Έτσι ονόμαζαν τους εαυτούς τους εκείνοι οι ημίγυμνοι, φτωχοί, πεινασμένοι και γελαστοί Άνθρωποι (με το Α κεφαλαίο!) του Ποπόκα-Λίβα.
Οι αυτόχθονες ιθαγενείς· οι «άγριοι»” και «απολίτιστοι» ιθαγενείς, σύμφωνα με κάποιες ρηχές κι ανούσιες παλιές αφηγήσεις και κάποιες ακόμα πιο ανόητες ταξιδιωτικές περιγραφές. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, όπου τους περίμενε υπομονετικά ο οδηγός σε μια σκιά, για να γυρίσουν στο λιμάνι.
― Πάμε να φάμε στην πόλη; Να το ρίξουμε λίγο έξω; ρώτησε τον Πιοζ Νάμε ο καπετάνιος, προσπαθώντας να ευθυμήσει και να ελαφρύνει λίγο το βαρύ κλίμα.
― Πάμε, είπε σκεφτικός ο Πιοζ Νάμε. Σ’ ευχαριστώ, καπετάνιε.
― Τι με ευχαριστείς; Κι εγώ πεινάω, είπε ο καπετάνιος.
― Όχι γι’ αυτό. Για το χωριό σ’ ευχαριστώ. Για ό,τι έζησα εκεί, είπε μελαγχολικά ο Πιοζ Νάμε κάνοντας τον καπετάνιο να βυθιστεί στις σκοτεινές σκέψεις του για το μέλλον και την κατάρα του Οφιμέδοντα.
«Ο αρχηγός έδειξε ένα φωτεινό δρόμο στον Πιοζ Νάμε. Μακάρι να βγει αληθινός» σκέφτηκε.
Ο οδηγός, αμίλητος, τους γύρισε πίσω στην πόλη όπου φτάσανε λίγο μετά τη δύση. Τα φώτα είχαν ανάψει κι ο καπετάνιος του είπε κάτι. Προφανώς το όνομα του εστιατορίου που θα πήγαιναν. Ο οδηγός τούς πήγε σ’ ένα μέρος κοντά στο ποτάμι, όπου ο Πιοζ Νάμε είδε ένα μεγάλο και πολυτελές εστιατόριο με μια τεράστια εξέδρα στηριγμένη σε χοντρούς πασσάλους πάνω στο ποτάμι.
Φοίνικες κι άλλα εξωτικά φυτά στόλιζαν όλους τους χώρους. Κατέβηκαν κι οι τρεις από το αυτοκίνητο. Ο οδηγός κουβάλησε μέχρι την είσοδο του εστιατορίου το σάκκο με τα βότσαλα και τα δώρα του Πιοζ Νάμε.
Εκεί ο καπετάνιος πλήρωσε τον οδηγό που εκδήλωνε τις ευχαριστίες του με υποκλίσεις μέχρι να μπουν στο εστιατόριο. Τους υποδέχτηκε ένας σερβιτόρος, που ανέλαβε να φυλάξει τον σάκο του καπετάνιου μέχρι να φύγουν.
― Μετά θα καλέσουμε ταξί, είπε ο καπετάνιος στον Πιοζ Νάμε απαντώντας σε μια ερώτηση που δεν είχε γίνει.
Ο Πιοζ Νάμε γέλασε.
― Γιατί γελάς; ρώτησε χαμογελώντας ο καπετάνιος καθώς περνούσαν από τα τραπέζια με τους καλοντυμένους θαμώνες, άντρες και γυναίκες, που κοίταζαν άλλοι με ευχάριστη απορία κι άλλοι με ψηλομύτικη δυσφορία το παράξενο ζευγάρι και τις γάτες που τους ακολουθούσαν.
― Μου φαίνεται τόσο αταίριαστο αυτό το περιβάλλον. Μετά το Ποπόκα-Λίβα…, μουρμούρισε ο Πιοζ Νάμε.
― Σε καταλαβαίνω, είπε ο καπετάνιος μόλις κάθισαν στο τραπέζι τους, που έβλεπε στο ποτάμι πάνω στο οποίο καθρεφτίζονταν τα χιλιάδες φώτα και φωτάκια της Ανακόντης. Όσο όμως κι αν σε καταλαβαίνω, ποτέ δε θα σου πρότεινα να μείνουμε για φαΐ στο Ποπόκα-Λίβα, είπε κι έβαλε τα γέλια.
Ο Πιοζ Νάμε τον κοίταξε απορημένος.
― Εκτός κι αν σου αρέσουν τα ωμά ή ψημμένα παχειά άσπρα σκουλήκια, με άγριο μέλι —που πικρίζει υπερβολικά, παρά το όνομά του— ή οι ωραίες καλοψημένες ακρίδες με λίπος ποντικών. Για να μη μιλήσω για σαυρίτσα σουβλιστή! Υπάρχει βέβαια πάντοτε η λύση του ψητού φιδιού, που για σένα όμως είναι απαγορευμένο. Είναι «ταμπού»!
― Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Πιοζ Νάμε.
― Απαγορευμένο! Γιατί δε γίνεται ο ηγεμόνας των φιδιών να τρώει τους υπηκόους του! είπε ο καπετάνιος κι έσκασε στα γέλια.
Ο Πιοζ Νάμε μούτρωσε.
― Μην κοροϊδεύεις, καπετάνιε. Αυτά που είπε ο αρχηγός ήταν σοφά πράγματα. Και τα σκουλήκια δεν είναι πολύ πιο σιχαμένα από τα σαλιγκάρια που τρώμε. Ούτε οι ακρίδες —απ’ όσο ξέρω— έχουν πολύ μεγάλη διαφορά απ’ τις γαρίδες που τρώει η θεία Εγομόνη και που η κυρα-Τίνα λέει οτι είναι πανάκριβες!
Ο καπετάνιος σοβάρεψε.
― Αστειεύομαι, Πιοζ Νάμε. Αστειεύτηκα. Θα κατάλαβες πόσο σέβομαι και πόσο αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους! Άλλο αν δεν μπορώ να γίνω σαν κι αυτούς. Μπορώ όμως να μαθαίνω από τη σοφία τους.
― Κι εγώ το ίδιο, καπετάνιε.
Ο Πιοζ Νάμε διάλεξε το φαΐ που ήθελε με τη βοήθεια του καπετάνιου. Ήταν κοτόπουλο με τηγανητές μπανάνες και γλυκιά σάλτσα από χυμό ζαχαροκάλαμου και ανανά. Ο καπετάνιος προτίμησε ένα φιλέτο καλοψημένο με σάλτσα καρύδας και βραστά φρέσκα φασολάκια. Παράγγειλαν φαΐ και για τις γάτες που στέκονταν γύρω και πίσω από τον Πιοζ Νάμε σαν τιμητική φρουρά. Το φαγητό ήταν πραγματικά πολύ νόστιμο.
― Δεν είναι τυχαία το ακριβότερο εστιατόριο στην Ανακόντη. Όλοι οι κονομημένοι, ντόπιοι και ξένοι, καθώς και οι πλούσιοι τουρίστες εδώ έρχονται και τρώνε. Κι αυτό δε σ’ το λέω για να σε εντυπωσιάσω, είπε ο καπετάνιος.
Ο Πιοζ Νάμε όμως είχε εντυπωσιαστεί.
Η σχέση του με τα χρήματα ήταν πολύ μικρή. Αλλά μπορούσε να καταλάβει οτι το γεύμα τους σ’ εκείνο το γεμάτο χλιδή και πολυτέλεια εστιατόριο θα στοίχιζε πολύ περισσότερο απ’ όσο έκαναν όλα τα δώρα που είχε προσφέρει ο καπετάνιος στους κατοίκους του Ποπόκα-Λίβα. Και το είπε στον καπετάνιο που έβαλε και πάλι τα γέλια.
― Α, ρε Πιοζ Νάμε! Πιστεύεις οτι αν τους χάριζα από ένα πανάκριβο ρολόϊ θα έκαναν μεγαλύτερη χαρά;
― Δε λέω αυτό! είπε θιγμένος ο Πιοζ-Νάμε. Θέλω να πώ ότι αυτά που θα ξοδέψουμε —θα ξοδέψεις δηλαδή— σήμερα εδώ θα μπορούσαν να θρέψουν όλο το χωριό για μια βδομάδα! ― Και μετά; ρώτησε σκύβοντας ο καπετάνιος.
― Τι μετά;
― Μετά, λέω. Ωραία! Πες ότι τους ταΐζεις για μια βδομάδα, για δύο. Άντε και για τρεις. Και μετά; Τι θα κάνεις μετά; Θα υιοθετήσεις όλο το χωριό; Θα τους κάνεις κατοικίδια; Σαν τις γάτες; Για πες μου Πιοζ Νάμε;
Η φωνή του καπετάνιου είχε δυναμώσει.
Ο Πιοζ Νάμε τον κοιτούσε αμίλητος και σαστισμένος. Δεν είχε απαντήσεις στα αμείλικτα εκείνα ερωτήματα. Τον ενοχλούσε όμως το σαρκαστικό ύφος του καπετάνιου.
Εκείνος συνέχισε:
― Δεν είναι λύση αυτή, Πιοζ Νάμε. Η λύση είναι σ’ αυτά που σου είπε ο αρχηγός. Καλή χρήση της γνώσης και της δύναμης. Για να είναι καλά η γη, το νερό κι ο αέρας. Ακόμα και η φωτιά. Που μπορεί να αναζωογοννήσει ή να καταστρέψει ένα δάσος. Εκεί βρίσκεται το μυστικό Πιόζ Νάμε. Να σεβόμαστε τη φύση και να μην τη θεωρούμε ανεξάντλητη.
Ο Πιοζ Νάμε άκουγε αμίλητος.
― Τον θυμάσαι το θείο σου; Τον Πάνο; ρώτησε ξαφνικά ο καπετάνιος.
Ο Πιοζ Νάμε χαμογέλασε θλιμμένα.
― Το θείο Πάνο δε θυμάμαι…, είπε σιγανά.
― Ε! Ο θείος σου ο Πάνος ήταν ένας τέτοιος ξεχωριστός άνθρωπος. Το όραμά του ήταν να μπορέσει να βγάλει κέρδος μέσα από την προστασία και τη διατήρηση της φύσης.
― Και τι έκανε; ρώτησε απορημένα ο Πιοζ Νάμε που πρώτη του φορά άκουγε κάτι τέτοιο για το θείο Πάνο Μουπάντα.
― Το τι έκανε… άσ’ το. Πολλά ήθελε να κάνει. Είναι κι αυτό ένα από τα πράγματα που θα μάθεις όταν έρθει η ώρα… Βλέποντας την κατσουφιασμένη όψη του Πιοζ Νάμε, ο καπετάνιος συμπλήρωσε θυμωμένα:
― …και μη με κοιτάς έτσι! Όταν λέμε μια κουβέντα να καταλαβαινόμαστε. Άντε! Αμέσως… στραβομουτσούνι!
Ο Πιοζ Νάμε είχε κατσουφιάσει περισσότερο από συνήθεια παρά από πραγματική στενοχώρια. Κατάλαβε ότι ο καπετάνιος τον μυρίστηκε κι αμέσως άλλαξε ύφος και θέμα. ― Πολύ σε αγαπάνε όμως στο Ποπόκα-Λίβα! Τι υποδοχή ήταν κι αυτή, ε;
Ο καπετάνιος χαμογέλασε συγκαταβατικά με μετριοφροσύνη.
― Κι εγώ τους αγαπάω…, είπε νοσταλγικά. Κάθε φορά που έρχομαι εδώ, δε βλέπω την ώρα να πάω να τους δω. Να δω τα προσωπάκια των παιδιών, τις γυναίκες, τους άντρες. Τον αρχηγό! Όλοι τους είναι σαν μεγάλα σοφά παιδιά. Τόσο φτωχοί, κι όμως με τέτοιο πλούτο! Ξαναγεννιέμαι όταν τους συναντώ…

Η ώρα ήταν περασμένη, το φαγητό είχε ολοκληρωθεί με δύο τετραόροφα καταπληκτικά παγωτά και ο καπετάνιος ζήτησε από το σερβιτόρο, αφού τον πλήρωσε κι άφησε κι ένα γενναίο φιλοδώρημα, να καλέσει ένα ταξί για το λιμάνι. Ένα παιδί του εστιατορίου κουβάλησε μέχρι το ταξί τον σάκο του καπετάνιου παίρνοντας κι εκείνος ένα φιλοδώρημα απ’ τον χουβαρντά καπετάνιο. Η κομπανία, καπετάνιος, ανιψιός και γάτες, μπήκαν στο ταξί που θα τους πήγαινε στην “Πόρφη”.
Τότε συνειδητοποίησε ο Πιοζ Νάμε την κούρασή του κι ένιωσε τα βλέφαρά του να κλείνουν.
― Ξύπνα! Φτάσαμε, άκουσε τη φωνή του καπετάνιου κι ένιωσε ένα γερό σκούντηγμα. Ταράχτηκε και βγήκε από το ταξί παραπατώντας. Ανέβηκαν στο πλοίο κι ο Πιοζ Νάμε ίσα που πρόλαβε να γδυθεί. Μόλις ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι αποκοιμήθηκε αμέσως.

_____________________________________________

«Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες», Κωστής Α. Μακρής, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, (Στην Ανακόντη, σελ. 270 – 276)

_____________________________________________
PiozName&EVITA cov 72pi BLOG KAM 06JUNE17 SMALL

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: