//
you're reading...
BONUSMALL MAGAZINE

Το Πάσχα των παθιασμένων αναγνωστών

Το Πάσχα των παθιασμένων αναγνωστών, Κωστής Α. Μακρής

PATHIASMENOS ANAGNWSTHS 02 KAM 16MART17 LR

Είχε τελειώσει το βραδινό της φαγητό, είχε πάει το πιάτο και τα μαχαιροπίρουνα στον νεροχύτη και με μια απόφαση «θα τα πλύνω μετά» κάθισε και συνέχισε το διάβασμα στο τραπέζι της κουζίνας.
Ενώ διάβαζε την αριστερή σελίδα, χάιδευε τη δεξιά.
Παλιά της συνήθεια αυτή.
Ίσως γι’ αυτό προτιμούσε βιβλία τυπωμένα σε χαρτί με υφή, σαν κάποια σαμουά ή κάποια άλλα, που δεν ήταν λεία, γυαλιστερά ή σατινέ.
Το ιλουστρασιόν χαρτί και το βέλβετ τα ανεχόταν μόνο σε εικονογραφημένα βιβλία.
Ενώ διάβαζε και χάιδευε το βιβλίο, εντόπισε με τον δείκτη και τον παράμεσο μια ανεπαίσθητη ανωμαλία.
«Ψίχουλο ή χνούδι…»

Θυμήθηκε την πριγκίπισσα και το μπιζέλι ― ή ρεβίθι, σε κάποιες ελληνικές εκδοχές. Δεν χαμογέλασε. Σκέφτηκε τη μητέρα της, όταν την κουτσομπόλευε με φίλες της. «Πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις, μονίμως μ’ ένα βιβλίο στο χέρι! Τέτοιο πάθος… Ποιος θα βρεθεί να την πάρει;»
Ποιος θα βρεθεί να πάρει μια παθιασμένη αναγνώστρια;
Πού θα περάσει το Πάσχα μια παθιασμένη αναγνώστρια χωρίς ταίρι;
Είχε γελάσει. «Πάσχα σημαίνει πέρασμα» είχε μουρμουρίσει.
«Στο σπίτι μου!» είχε πει χωρίς θυμό. «Στο σπίτι μου θα είμαι το Πάσχα και θα σουβλίζω αθώα βιβλία». Η μητέρα της είχε κουνήσει με συμπόνια το κεφάλι.

Το χέρι της δεν είχε σταματήσει να αναζητάει την ανωμαλία στη δεξιά σελίδα.
Ξεφύλλισε το βιβλίο, έφτασε στη σελίδα 273 και εκεί το είδε.
Ψίχουλο ήταν, λίγο πατικωμένο.
Χαμογέλασε ―κυνηγού χαμόγελο, σοβαρό― το έπιασε και το έβαλε στη δεξιά τσέπη του μπλουτζίν της.
«Γιατί;» αναρωτήθηκε και κοίταξε έξω τα δέντρα που ανεμοδέρνονταν στον ανοιξιάτικο αέρα. Το φως του δρόμου δραματοποιούσε τις παράξενες συστροφές των κλαδιών, σαν να υποφέρανε από έναν παράξενο πόνο, σαν ένα θείο πάθος να τα είχε κυριεύσει.

«Γιατί;» ξαναρώτησε τον εαυτό της.

Συνέχισε το διάβασμα αρνούμενη να δώσει γρασίδι για να βοσκήσουν οι ελπίδες της.
«Το γιατί το ψίχουλο στην τσέπη θα το απαντήσω αύριο, που θα είναι άλλη μέρα» έστησε μέσα της μια μυθιστορηματική φράση, τέτοια που να την βολεύει και να ταιριάζει με τον άνεμο που παράσερνε φύλλα και σκουπίδια έξω.

Μετά άκουσε το κουδούνι της κάτω πόρτας.
Άφησε με δυσφορία το βιβλίο και σηκώθηκε.
Είδε το πρόσωπό του από τη θυροτηλεόραση.
Τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που ήξερε και έβλεπε στον πάγκο του βιβλιοπωλείου ή την ώρα που της κατέβαζε και της έδινε ένα βιβλίο από το ράφι.

Παραξενεύτηκε που δεν δίστασε να του ανοίξει παρόλο που ήταν πολύ προσεχτική. Περισσότερο όμως παραξενεύτηκε που, όταν είδε το πρόσωπό του στη μικρή οθόνη, ένα ρίγος διέτρεξε τη δεξιά της παλάμη και τις ρόγες των δαχτύλων της· σαν να χάιδευε το εξώφυλλο, σε χαρτί σαμουά 300 γραμμαρίων με αυτιά, ενός παλιού βιβλίου με τυπογραφική, κι όχι όφσετ, εκτύπωση όπου τα στοιχεία και το κλισέ της εικόνας είναι τυπωμένα με αυξημένη πίεση έχοντας αποκτήσει την αξία θαυμαστού εσώγλυφου για την αφή.

Ενώ σκεφτόταν αυτά, άκουσε το απαλό «ντουπ» του ανελκυστήρα.
«Αφού ασανσέρ το λέω…» απολογήθηκε βουβά για τη λέξη που διάλεξε η σκέψη της.
Αμέσως μετά άκουσε το κουδούνι της επάνω πόρτας.
Κοίταξε από το ματάκι. Έβγαλε την αλυσίδα, ξεκλείδωσε και άνοιξε.

Τον είδε να στέκεται ακίνητος και χαμογελαστός.
Με μάτια ελαφρώς έκπληκτα αλλά και πρόσχαρα. Το χαμόγελό του ήταν κάπως θρασύ σε σχέση με τη σεμνότητα και το ήθος που απέπνεε το όλον του.
Το παλιό παραμύθι με το μπιζέλι ―ή ρεβίθι;― της ήρθε ξανά στο μυαλό καθώς η ψύχρα από τον διάδρομο έψαχνε δρόμο για μέσα στο διαμέρισμα.

― Καλησπέρα σας, είπε εκείνος με εύθυμο τόνο και κάπως βιαστικά· σαν πωλητής συσκευών μασάζ ή πλασιέ θρησκευτικών πεποιθήσεων.
― Καλησπέρα σας. Τι θέλετε;
Ούτε αποθαρρυντική αλλά ούτε και ιδιαίτερα ενθαρρυντική η φωνή της.
Δεν ρώτησε «πώς ξέρετε πού μένω» ή «πώς από δω τέτοια ώρα» και τέτοια, επειδή δεν ήταν δύσκολο να βρει τη διεύθυνσή της από την κάρτα μέλους στο βιβλιοπωλείο και επειδή η ώρα ήταν μια ώρα σαν όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας.

Εκείνος όμως έπρεπε να πει αυτά που είχε να πει:
― Θα πρέπει να ξέρετε, σας το έχω πει άλλωστε πολλές φορές, ότι είμαι κι εγώ ένας παθιασμένος αναγνώστης. Και σαν ένας παθιασμένος αναγνώστης βιβλίων που έχει χάσει τον δρόμο του μέσα σ’ αυτή την ανοιξιάτικη νύχτα ήρθα σε εσάς. Μπορείτε να με φιλοξενήσετε; Όχι για πάντα… Όσο κρατάει μια ανάγνωση… Ενός βιβλίου ούτε πολύ μικρού αλλά ούτε και πάρα πολύ μεγάλου! Δεν ζητάω πολλά… Ένα βιβλίο που να σας αρέσει, μόνο. Ένα βιβλίο που να το έχετε αγαπήσει, να έχετε περάσει ώρες μαζί του… Και είμαι πρόθυμος να σας αποζημιώσω… Με ιστορίες… με μια ιστορία…

Εκείνη έκρυψε πίσω από το ευγενικό της χαμόγελο την καχυποψία της επειδή κάτι στα λόγια του… Ήταν ή δεν ήταν μια ερωτική εξομολόγηση; Πότε τον ενθάρρυνε; Ούτε τον ενικό δεν είχαν κατακτήσει ακόμα. Δεν άφησε τη σκέψη της να το ψάξει περισσότερο γιατί ήταν και η ίδια μια παθιασμένη αναγνώστρια κι αυτό την έσπρωχνε σε μια περιπέτεια πρωτόγνωρη όσο και ριψοκίνδυνη που δεν ήθελε να ξέρει από πριν το τέλος της και ήθελε να διαβάσει όλες τις σελίδες μέχρι το τέλος.
― Περάστε, του είπε και παραμέρισε από την ανοιχτή πόρτα.
«Μόνο μη με ρωτήσεις που θα περάσω το Πάσχα…» σκέφτηκε και ζούληξε μέσα της το χαμόγελο που ήθελε να βγει.
Τον είδε να προχωράει με ερωτηματικά βήματα στο σαλόνι. «Καθίστε» του είπε, δείχνοντάς του μια πολιθρόνα κάτω από ένα φωτιστικό που υποκλινόταν μονίμως.

Εκείνος κάθισε. Εκείνη πήγε προς τη βιβλιοθήκη.
Χάιδεψε ελαφρά όρθιες και λοξές ράχες βιβλίων αναζητώντας εκείνο που θα τη βοηθούσε να δοκιμάσει την αξία του επισκέπτη της αλλά και την αλήθεια του λόγου του.
Διάλεξε ένα μεγάλο βιβλίο πεντακοσίων είκοσι οκτώ σελίδων. «Γιατί τόσο μεγάλο;» αναρωτήθηκε και στάθηκε για λίγο στο εξώφυλλο ανακαλώντας στη μνήμη της βραδιές που είχε περάσει στην αγκαλιά του ―ή εκείνο στην αγκαλιά της;― και το άνοιξε σε μια τυχαία σελίδα με επιτηδευμένη αδιαφορία. Γύρισε το κεφάλι της προς τον παθιασμένο αναγνώστη. Δεν την έβλεπε. Τον είδε να κρατάει ένα στρογγυλό διαφημιστικό σουβέρ από το τραπέζι του σαλονιού και να το διαβάζει, στριφογυρνώντας το στο χέρι του. Αυτό της έκανε καλή εντύπωση.
Έχωσε το χέρι στην τσέπη του μπλουτζίν της, ψαχούλεψε λίγο και έβγαλε κρατημένο ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα το ψίχουλο. Βύθισε τη δακτυλική της λαβίδα στην καρδιά του βιβλίου που είχε διαλέξει, άφησε το ψίχουλο και το έκλεισε.

Το πρόσφερε και με τα δύο χέρια στον παθιασμένο αναγνώστη και χωρίς να πει τίποτα κάθισε ανακριτικά απέναντί του. Εκείνος το πήρε με έκφραση ευγνωμοσύνης και με τα δυο του χέρια χωρίς να σχολιάσει το μέγεθος. Διάβασε το εξώφυλλο, το γύρισε να διαβάσει το οπισθόφυλλο, το άνοιξε, προσπέρασε με διακριτικότητα τη χειρόγραφη αφιέρωση στην πρώτη λευκή σελίδα, διάβασε τον ψευδότιτλο, τα στοιχεία της έκδοσης. Μετά, μ’ ένα βλέμμα χαμογελαστής συνενοχής, πλησίασε το ανοιχτό βιβλίο στη μύτη του και το μύρισε. Εκείνη χάιδεψε ασυναίσθητα τα μπράτσα της δικής της πολιθρόνας, στρέφοντας το βλέμμα της προς την μπαλκονόπορτα, σαν να ήθελε να προσφέρει μια αίσθηση ιδιωτικότητας στην σχεδόν ανομολόγητη πράξη ηδονισμού του επισκέπτη της.

Εκείνος επιδόθηκε με ταχύτητα στην ανάγνωση του βιβλίου. Γυρνούσε γρήγορα αλλά με σεβασμό και προσοχή τις σελίδες, φροντίζοντας να μην τις τσακίζει ή να τις τσαλακώνει. Χρησιμοποιούσε τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού στην αλλαγή των σελίδων, προετοιμάζοντας το γύρισμα στο κάτω μέρος, πριν ακόμα ολοκληρώσει την ανάγνωση της δεξιάς σελίδας που διάβαζε. Την ίδια στιγμή, τα δάχτυλά του χάιδευαν τη δεξιά σελίδα, το εξώφυλλο, τη ράχη.

Τον κοίταζε να διαβάζει και ένα γέλιο χουζούρευε μέσα της, σαν τη χαρά που κρύβεται στο πάπλωμα παιδιού που μόλις τελείωσε το διάβασμα ενός όμορφου παραμυθιού.
Καθώς ο παθιασμένος αναγνώστης προχωρούσε στις σελίδες του βιβλίου, τόσο τα δάχτυλά του γινόντουσαν πιο νευρικά, τόσο το χάδι των δαχτύλων του στις σελίδες γινόταν πιο ερευνητικό, πιο αγωνιώδες, πιο απαιτητικό.
Κάποια στιγμή σήκωσε το πρόσωπό του, την κοίταξε και της χαμογέλασε.
Αμέσως μετά, άνοιξε το βιβλίο στη μέση, έχοντας σημαδέψει με τον αριστερό δείκτη τη σελίδα που διάβαζε. Σε τρία δευτερόλεπτα ―ίσως και λιγότερο― και μετά από το ξεφύλλισμα πεντ’ έξι φύλλων, σήκωσε το δεξί του χέρι με ενωμένους δείκτη και αντίχειρα.
― Ένα ψίχουλο, είπε.
Εκείνη χαμογέλασε. Μέσα της κάτι χόρευε.
― Α! Ένα ψίχουλο…, είπε σιγανά, μη θέλοντας να του δείξει πόσο μεγάλη ήταν η χαρά της που είχε επιτέλους συναντηθεί με έναν πραγματικά παθιασμένο αναγνώστη βιβλίων.

Κοιτάχτηκαν. Χαμογέλασαν.
― Πάσχα έρχεται… Θα μείνεις εδώ; είπε εκείνος.
― Ναι… Πάσχα έρχεται. Εδώ… Εσύ; είπε εκείνη.
― Εδώ κι εγώ, της χαμογέλασε. Εδώ… Θέλεις να…;

Εκείνη κοίταξε έξω.
Το σκοτάδι τής φάνηκε λιγότερο σκοτεινό και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν απαντήσει.

 

Κωστής Α. Μακρής
Μάρτιος 2017

Πρώτη δημοσίευση:
Περιοδικό bonusmall magaz!ne 56o ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017
http://www.bonusmallmag.gr/056/

Advertisements

Συζήτηση

2 thoughts on “Το Πάσχα των παθιασμένων αναγνωστών

  1. Τι χαρά απ’ το πουθενά!! Ποιον να πρωτοζηλέψεις; Την κοπέλα, τον κύριο ή…το βιβλίο; Το γράψιμο του Κωστή Μακρή ζηλεύω εγώ που για άλλη μια φορά με συγκίνησε με την ιδιαίτερα ευαίσθητη ματιά του στα καθημερινά.

    Μου αρέσει!

    Posted by Ioanna Tzanoudaki Arabatzi | Μαΐου 9, 2017, 17:27

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: