//
you're reading...
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η τρομερή ιστορία του μπαρμπα-Πίτσα, Κωστής Α. Μακρής

SKANTZO PITSAS KOSTIS A. MAKRIS 23JULY16 HR.jpg

Η τρομερή ιστορία του μπαρμπα-Πίτσα

Εκείνο το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά σκαντζοχοιράκια στο μικρό λιβάδι με τις μαργαρίτες, κοντά στο δάσος.
Είχαν καλοφάει, βαριόντουσαν να παίξουν άλλο και τους είχε ανοίξει η όρεξη για παραμύθια και παλιές ιστορίες.
― Πάμε στον μπαρμπα-Πίτσα να μας πει μια ιστορία; έριξε την ιδέα ένα σκαντζοχοίρι.
― Πάλι την ίδια ιστορία θα μας πει…, είπε μια μικρή σκαντζοχοιρίνα στραβομουτσουνιάζοντας.
― Ναι, αλλά τη λέει τόσο ωραία! είπαν τα πιο πολλά σκαντζοχοιράκια.

Και έτσι πήγαν όλα μαζί στον μπαρμπα-Πίτσα.

Ο γερο-σκαντζόχοιρος συνήθιζε να παίρνει έναν υπνάκο εκείνη την ώρα. Επειδή όμως οι σκαντζόχοιροι, όσο γέροι κι αν είναι, κοιμούνται πάντα ελαφριά, ο μπαρμπα-Πίτσας άκουσε την παρέα να έρχεται και τους υποδέχτηκε με χαμόγελο.
― Καλώς τα, καλώς μου τα! Πώς από ‘δω;
― Ήρθαμε να μας πεις μια ιστορία, μπαρμπα-Πίτσα, είπε το πιο θαρρετό σκαντζοχοιράκι.
― Α! Μια ιστορία; Τι μου θυμίσατε τώρα… Να σας πω… Τι να σας πω… Να σας πω εκείνη την τρομερή ιστορία με τις πίτσες; ρώτησε ο μπαρμπα-Πίτσας.
Τα σκαντζοχοίρια σκουντήχτηκαν ―πολύ προσεχτικά βέβαια γιατί τα σκαντζοχοιράκια σκουντιούνται προσεχτικά, εξαιτίας των αγκαθιών τους― και βαστήχτηκαν για να μη βάλουν τα γέλια.
«Αφού πάντα την ίδια ιστορία με τις πίτσες μας λέει. Τι μας ρωτάει;» μουρμούρισε η μικρή σκαντζοχοιρίνα στο διπλανό της σκαντζοχοιράκι.
Ο μπαρμπα-Πίτσας έκανε ότι δεν την άκουσε κι άρχισε να διηγείται:
― Το καλοκαίρι, πολλοί νεαροί σκαντζόχοιροι ξεθαρρεύουν και πάνε κοντά στο Στρατόπεδο, εκεί που είναι πολλοί άνθρωποι. Αυτό όμως να μην το κάνετε ποτέ πριν δύσει ο ήλιος και μπουν οι άνθρωποι στις φωλιές τους. Γιατί μπορεί να πάθετε αυτό που έπαθα εγώ! Κι εμένα μου λέγανε οι δικοί μου να μην πλησιάζω τους ανθρώπους αλλά εγώ δεν τους άκουγα. Και να τι έπαθα…

Τα σκατζοχοιράκια παρ’ όλο που είχαν ακούσει πολλές φορές αυτή την ιστορία του γερο-σκατζόχοιρου, τους άρεσε να την ακούνε ξανά και ξανά.
Ο μπαρμπα-Πίτσας, αφού κοίταξε τα σκαντζοχοιράκια να δει αν τον προσέχανε, συνέχισε:
― Ήταν καλοκαίρι, όπως σας είπα, και είχε πολλά ξερά χορτάρια γύρω απ’ το στρατόπεδο. Οι φαντάροι τριγυρνούσαν με κάτι εργαλεία και κόβανε και μαζεύανε τα ξερά χόρτα, γιατί τα ξερά χόρτα μπορούν να πιάσουν εύκολα φωτιά και οι άνθρωποι φοβούνται τις πυρκαγιές. Εκείνη τη μέρα, ενώ πήγαινα ο καλός σου με το πάσο μου στο μονοπάτι, ακούω φωνές πίσω μου: «Πιασ’ τονε! Μην τον αφήσεις να ξεφύγει». Τρόμος και πανικός με έπιασε κι άρχισα να τρέχω όσο μπορούσα πιο γρήγορα μέσα στα ξερά χορτάρια και στις μαργαρίτες. Αλλά δεν είμαι και λαγός! Και πώς να ξεφύγεις όταν βρίσκονται γύρω σου τρεις τεράστιοι άνθρωποι; Και έτσι, ένας απ’ αυτούς με έπιασε. Είχε μάλιστα τυλίξει τις χερούκλες του με ένα ρούχο και δεν φοβόταν τα αγκάθια μου.

― Και τι έγινε μετά; ρώτησε ένα σκατζοχοιράκι, από τα πιο μικρά της παρέας.

Ο μπαρμπα-Πίτσας κοίταξε όλα τα σκαντζοχοιράκια ένα ένα στα μάτια. Όλα τα μικρά περίμεναν να ακούσουν την πιο τρομακτική φράση της ιστορίας. Κάποιο απ’ αυτά, που ήξερε την ιστορία, είχε κλείσει τα αυτιά του. Ένα άλλο είχε γυρίσει ανάσκελα από τον φόβο του. Τα περισσότερα όμως σκαντζοχοίρια περίμεναν με αγωνία εκείνη τη φράση. Όταν ο μπαρμπα-Πίτσας με τη βαθιά, σιγανή και υποβλητική φωνή του θα έλεγε για μια ακόμα φορά αυτά τα φριχτά λόγια:

― Μετά, που λέτε, τους άκουσα να λένε μεταξύ τους ότι θα με σκότωναν, θα με γδέρνανε, θα με σούβλιζαν, θα με ψήνανε και θα με τρώγανε!

Απ’ όλα τα σκαντζοχοιράκια ακούστηκε ένα «Οοοο!» τρόμου και θαυμασμού μόλις ακούστηκε η φράση που περίμεναν. Ίδια ήταν κάθε φορά η φράση. Όπως ίδιος ήταν και ο τρόμος που τους προκαλούσε η σκέψη ότι θα μπορούσαν εκείνοι οι άνθρωποι να τον έχουν φάει τον μπαρμπα-Πίτσα. Α! Πόσο υπέροχη φρίκη τα γέμιζε! Πόσο θαυμαστό τρόμο είχε μέσα της εκείνη η φοβερή ιστορία! Και πόσο άρεσε στα σκαντζοχοιράκια να την ακούνε από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή της, που στο τσακ είχε γλιτώσει από του χάρου τα δόντια!

Ο μπαρμπα-Πίτσας, ικανοποιημένος για την εντύπωση που, για μια ακόμα φορά, είχαν προκαλέσει το λόγια του πήρε λυπημένο ύφος και είπε:

― Εκείνος που με έπιασε με τύλιξε με το ρούχο και δεν έβλεπα τίποτα! Αχ! Αχ! Παιδιά μου… Ευχή και προσταγή σας δίνω να μη βρεθείτε ποτέ σε τέτοια τρομερή κατάσταση… Γι’ αυτό σας λέω: μακριά απ’ το στρατόπεδο! Μακριά απ’ τους ανθρώπους! Είναι μεγάλο πρόβλημα οι άνθρωποι και είναι καλύτερα να ζεις ήρεμα στο δάσος παρά να προσπαθείς να λύσεις αυτό το πρόβλημα.
― Και ο λοχίας; Πότε ήρθε ο λοχίας; ρώτησε ένα κάπως μεγαλύτερο σκατζοχοιράκι που την ήξερε απ’ έξω την ιστορία και βαριόταν τις φιλοσοφίες τού μπαρμπα-Πίτσα.
Ο γερο-σκαντζόχοιρος έριξε μια αυστηρή ματιά στο αυθάδικο σκαντζοχοίρι που είχε το θράσος να διακόπτει τον αφηγητή μιας τόσο σπουδαίας ιστορίας. Πάντα σώπαινε σε κάποια σημεία της ιστορίας του, για να κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον των σκατζοχοιρόπουλων. Τώρα όμως η σιωπή του κράτησε περισσότερο από άλλες φορές. Μέχρι που αποφάσισε ότι αρκετά τιμώρησε το αυθάδικο σκαντζοχοίρι κι ότι έπρεπε να συνεχίσει την ιστορία:
― Εκεί λοιπόν που με τραβολογάγανε και δεν ήξερα τι να κάνω και πώς να ξεφύγω, ακούω μια ανθρώπινη φωνή να τους ρωτάει τι είχαν μέσα στο ρούχο. «Έναν σκαντζόχοιρο πιάσαμε, λοχία, και λέμε να τον φάμε» είπαν οι δεσμοφύλακές μου.
― Και εκείνος τι είπε; ρώτησαν με αγωνία τα σκαντζοχοίρια.
― Α! Δεν έβλεπα αλλά άκουγα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από τον τρόμο. Άκουσα όμως ένα γέλιο. Ο λοχίας μάλλον γέλασε και είπε να ανοίξουν το ρούχο για να με δει. Τον είδα κι εγώ από πάνω μου. Φορούσε γυαλιά και μου χαμογέλασε. Κι εγώ σαν να ξεθάρρεψα λίγο. «Σιγά που θα χορτάσετε με έναν τόσο δα σκαντζόχοιρο» είπε αφού με είδε. Νέος ήμουνα και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουνα παχύς. Μάλλον αδύνατο θα με έλεγε κανείς. Οι άλλοι είπανε ότι ο σκαντζόχοιρος είναι πολύ νόστιμος μεζές και ότι θα του δίνανε και εκείνου, του λοχία, μια μπουκιά. Εγώ τους άκουγα και η καρδιά μου κόντευε να διαλυθεί από την τρομάρα και την απελπισία. Τότε ο λοχίας τους είπε: «Αν μου δώσετε τον σκαντζόχοιρο, θα πάρουμε πίτσες και όσες μπίρες θέλετε να φάμε και να πιούμε παρέα. Μόλις τελειώσουμε το ξεχορτάριασμα. Κερνάω εγώ».
― Και οι άλλοι τι είπανε; ρώτησαν με αγωνία τα σκαντζοχοιράκια.
Τρελαινόντουσαν τα σκαντζοχοίρια να ακούνε για τόσο φοβερά πράγματα, που όμως είχαν πια περάσει, και για φριχτές περιπέτειες με καλό τέλος. Τους άρεσε να ξέρουν ότι εκεί που βρίσκονταν ήταν ασφαλή και δεν κινδύνευαν να τα φάει κανένας.
Ο μπαρμπα-Πίτσας συνέχισε:
― Οι άλλοι τον ρώτησαν τι θα με έκανε. Ο Λοχίας δεν τους απάντησε αλλά τους είπε κάτι άλλο… Ότι αν του δίνανε τον σκαντζόχοιρο, εμένα δηλαδή, θα τους γλίτωνε από το ξεχορτάριασμα και από άλλες αγγαρείες για την υπόλοιπη εβδομάδα. Δεν ξέρω τι είναι οι αγγαρείες αλλά μάλλον είναι κάτι που το φοβόντουσαν εκείνοι που με είχαν πιάσει. Γι’ αυτό και με δώσανε στον λοχία. Νομίζω δηλαδή ότι τους υποσχέθηκε φαΐ και πιοτό για να με αφήσουν αλλά και με κάποιον τρόπο τους φοβέριζε κιόλας αν δεν με έδιναν σ’ εκείνον.
― Και μετά;
― Ε, το μετά το ξέρετε. Ο λοχίας με πήρε, με έφερε κοντά στο δάσος μας και με άφησε ελεύθερο να φύγω. Και από τότε ποτέ δεν ξαναπλησίασα στο στρατόπεδο…
― Και τι είπε όταν σε άφησε; ρώτησε μια μικρή σκαντζοχοιρίνα που ήθελε να ακούσει για μια ακόμα φορά το τέλος της ιστορίας.
― «Φύγε, κακομοίρη μου!» μου είπε. Α! Είπε και κάτι άλλο μετά: «Και κοίτα να μην ξαναπατήσεις ποτέ ξανά εδώ! Εγώ φεύγω τον άλλο μήνα…».
― Γιατί το είπε αυτό; Τι σήμαιναν τα λόγια του; Γιατί σε άφησε ελεύθερο; ρώτησαν μερικά από τα πιο μικρά σκαντζοχοιράκια.
Ο μπαρμπα-Πίτσας έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Παρ’ όλο που πάντοτε αναρωτιόταν γιατί τον άφησε ελεύθερο εκείνος ο άνθρωπος, ποτέ δεν είχε καταφέρει να βρει ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

― Δεν ξέρω… Δεν είμαι σίγουρος. Νομίζω ότι ήθελε να μου πει πως αν με ξαναπιάνανε οι φαντάροι δεν θα ήταν εκεί να με σώσει. Και ότι ίσως να μη συναντούσα άλλον που να ήθελε ή να μπορούσε να εξαγοράσει τη ζωή και το λιγοστό κρέας ενός σκαντζόχοιρου με πίτσες και μπίρες. Δεν ξέρω βέβαια πόσο κάνουν οι πίτσες και οι μπίρες αλλά πρέπει να είναι αρκετά ακριβό πράγμα για τους ανθρώπους! Το γιατί όμως με έσωσε, ποτέ δεν θα το μάθω. Σας είπα… Δεν μπορώ να τους καταλάβω τους ανθρώπους… Είναι καλοί; Είναι κακοί; Άλλοι είναι έτσι κι άλλοι είναι αλλιώς; Ή όλοι τους είναι πότε καλοί και πότε κακοί; Και πώς να τους ξεχωρίσεις; Δεν ξέρω ακόμα… Οπότε, καλύτερα να προσέχουμε και να μένουμε μακριά απ’ αυτούς.

Κωστής Α. Μακρής

Ιούλιος 2016

Copyright©2016, Kostis A. Makris, Athens, Greece, EU

Πρώτη δημοσίευση στο SUGAR MAMA, 29 Ιουλίου 2016

http://sugarmama.gr/index.php/vivliothiki/item/1986-i-tromeri-istoria-tou-barmpa-pitsa-kostis-a-makris

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: