//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: «ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΜΟΥ»

Τότε δεν είχα δει ακόμα την πεταλούδα τού μεταξοσκώληκα να βγαίνει τρυπώντας το κουκούλι που ο μεταξοσκώληκας-σκουλήκι είχε πλέξει γύρω στο κορμί του.
Ήμουνα καλός μαθητής. Του “δέκα”, όπως λέγανε τότε, την εποχή των “βαθμών”. Και αρκετά φοβισμένος για να διακινδυνεύσω ή να αποδεχτώ κάποια αλλαγή σ’ αυτό. Γι’ αυτό διάβαζα με επιμέλεια όλα μου τα μαθήματα. Ακόμα και τη γεωγραφία που σιχαινόμουνα.
Ήταν Κυριακή πρωί.
«Θα πάμε εκδρομή;» εγώ.
«Έχεις τελειώσει τα μαθήματά σου;» η μαμά.
«Ναι», απάντησα με το θάρρος του καλού μαθητή που ξέρει να ψεύδεται και να κρύβεται πίσω από τον “πρότερο έντιμο βίο” του.
Για να μη χάσω την εκδρομή.

Κοντινή εκδρομή, στην Πάρνηθα, με οικογενειακούς φίλους, συγγενείς, ξαδέρφια και τέτοια ωραία. Αυτοκίνητο δεν είχαμε αλλά είχαν κάποιοι άλλοι.
Και η Γεωγραφία να πάει να…
Τότε δεν ήξερα τι σκεφτόμουνα ή τι ήθελα να πάει να κάνει η Γεωγραφία και τι εγώ, αλλά σιγά μην αφήσω μερικά βουνά και ποτάμια ―που έπρεπε να αποστηθίσω― να μου στερήσουν μια τέτοια εκδρομή.
Οι παιδικές χειμωνιάτικες Κυριακές ―και ειδικά αυτές που έχουν εκδρομή μέσα τους―, τελειώνουν μ’ ένα φριχτό σούρουπο γεμάτο πλήξη και χαμένες ευκαιρίες για περισσότερο παιχνίδι, περισσότερο κυνηγητό, περισσότερα αστεία, περισσότερο φαΐ, περισσότερο απ’ όλα.
Και όταν γυρίζεις στο σπίτι και δεν έχεις διαβάσει Γεωγραφία για την άλλη μέρα, και έχεις πει ψέματα γι’ αυτό, τότε τα πράγματα είναι πολύ ζόρικα.

Το σκουλήκι του φόβου αρχίζει να πλέκει το αγκαθωτό κουκούλι του μέσα σου κι εσύ δεν πρέπει να φανερώσεις τίποτα από τους τρόμους που μεγαλώνουν καθώς πέφτει το σκοτάδι και έρχεται η ώρα για «Ύπνο τώρα! Άντε, καληνύχτα!» και ένα φιλί που δεν μπορείς να το χαρείς γιατί είσαι δέκα χρόνων και πηγαίνεις Τετάρτη Δημοτικού και έχεις κι έναν Καρπενησιώτη δάσκαλο που μιλάει για “αλπές” και “σκλιά” και εσύ δεν τον μισείς κι ας σου έχει ρίξει κάνα δυο ήπιες κλωτσιές όταν κάνεις αταξίες, μη λογαριάζοντας ―ο δάσκαλος― ότι (όπως έλεγε η γιαγιά, δασκάλα και εκείνη) «είσαι άριστος μαθητής».
Και ο φόβος μεγαλώνει και το κουκούλι του αρχίζει να σου πιέζει τα σωθικά, γιατί σκέφτεσαι τις συνέπειες του ψέματος που είπες στη μαμά, και ντρέπεσαι τον δάσκαλο που θα σε σηκώσει αύριο και θα σε ρωτήσει για ποτάμια και βουνά κι εσύ τι θα του πεις; Πήγαμε χθες στην Πάρνηθα που είναι βουνό αλλά δεν έχει ποτάμια; Και τότε εκείνος θα σε ειρωνευτεί και θα σου πει ότι «άφησες τον γάμο και πήγες για πουρνάρια» και πήγες αδιάβαστος στο σχολείο και ντροπή σου να βρίσκεις δικαιολογίες για Πάρνηθες και εκδρομές. Και η γιαγιά θα λέει μετά ότι έπαψες να είσαι άριστος μαθητής κι έγινες από «Δήμαρχος, κλητήρας» (που πολύ αργότερα θα καταλάβω τι σημαίνει) και η μαμά θα θυμώσει που της είπες ψέματα, ο μπαμπάς μάλλον δεν θα πει τίποτα, ίσως χαμογελάσει και μπορεί να μου πει κρυφά: «Δεν πειράζει, την άλλη φορά να έχεις διαβάσει», και τότε αρχίζω να κοιτάζω κατάματα το κουκούλι τού φόβου μου και το σκουλήκι που από μέσα μού μασουλάει νου και λογισμό καθώς στριφογυρίζω στο κρεβάτι και δεν μπορώ να σηκωθώ να ανάψω φως, και δίπλα μου κοιμάται ο αδερφός μου, αυτός έχει διαβάσει για αύριο, ο τυχεράκιας, είναι και τρία χρόνια μεγαλύτερος, και τι να πω αν δούνε το φως; Διαβάζω; «Τι διαβάζεις; Δεν είπες ότι έχεις διαβάσει;» «Είπα ψέματα», να πω; Δεν έχω διαβάσει Γεωγραφία; Τι ντροπή! Και τι θα κάνω αύριο αν με σηκώσει ο δάσκαλος; Το σκουλήκι του φόβου όλο και μεγαλώνει, μαζί και το κουκούλι του και με πνίγουν, θέλω να φωνάξω: «Ναι! Είπα ψέματα! Δεν έχω διαβάσει Γεωγραφία γιατί ήθελα να πάω εκδρομή! Ήθελα να τρέξω, να παίξω κυνηγητό με την ξαδέρφη μου, να χαρούμε… γιατί με το διάβασμα χαρά δεν έχω!» αλλά πώς να τα πεις όλα αυτά όταν όλοι κοιμούνται και αύριο έχουν δουλειά κι εγώ μόνος στο κρεβάτι να βλέπω τον φόβο μου να πλέκει το κουκούλι του μέσα μου κι ολοένα να μεγαλώνει σαν στεγόσαυρος με αγκαθωτή ράχη.
Και τότε, σαν από θυμό ή σαν από μια μεγάλη απόφαση ―είμαι δέκα χρόνων πια!― κοιτάζω το κουκούλι με θάρρος. Και αρπάζω τα φοβιστικά μου ένα ένα:
Θα με σηκώσει ο δάσκαλος και θα μου πει να πω το μάθημα.
Κι εγώ; Θα του πω «δεν έχω διαβάσει». Θα με ρωτήσει γιατί.
Τι να πω; Ότι πήγα εκδρομή; Με τους δικούς μου; Και θα μου πει: «Χωρίς να έχεις διαβάσει;» Επομένως… Όχι! Δεν θα μιλήσω για την εκδρομή. Θα του πω ότι δεν ήθελα να διαβάσω.
Μπορεί να με μαλώσει, να μου ρίξει και καμιά κλοτσιά, από κείνες τις μαλακές, χαϊδευτικές σχεδόν, κοντός είναι, δεν τις φοβάμαι τις κλοτσιές του. Το βλέμμα του το απορημένο φοβάμαι. «Εσύ; Δεν είσαι πια καλός μαθητής;»
Θέλω να είμαι καλός μαθητής! Αλλά μερικές φορές βαριέμαι φριχτά να διαβάσω! Και θα διαβάσω διπλά την άλλη φορά!
Αλλά μπορεί και να μη με σηκώσει. Και πάλι όμως θα διαβάσω το μάθημα που δεν διάβασα. Αλλά κι αν με σηκώσει; Το πολύ πολύ να μου βάλει μηδέν. Ε, και τι έγινε; Θα διαβάζω τόσο καλά από δω και πέρα που όλο δεκάρια θα παίρνω! Τι θα κάνει τότε; Θα με σκοτώσει κανείς επειδή μια φορά δεν διάβασα Γεωγραφία; Και στο κάτω κάτω, ας με σκοτώσουν! Τι θα γίνει δηλαδή; Εκείνοι θα κλαίνε μετά, όπως τότε που πέθανε η θεία…

Το κουκούλι αρχίζει να ξεφτίζει. Το σκουλήκι του φόβου μεταμορφώνεται.
Λίγο πριν αποκοιμηθώ, είδα μια όμορφη πεταλούδα να βγαίνει από το κουκούλι του φόβου μου. Πρόλαβα και της χαμογέλασα πριν χαθεί μέσα στο σκοτάδι, να πάει να πετάξει πάνω από βουνά και ποτάμια.

Κι ας μην ξέρει Γεωγραφία.

Κωστής Α. Μακρής

01 Φεβρουαρίου 2015

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό magaz!ne, Φεβρουάριος 2015

Source: ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: «ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΜΟΥ»

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: