//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Τα καλημερολαγούδια της Λενιώς, Κωστής Α. Μακρής

kalhmerolagoydia-kosths-makrhs-31mah12-revised08sept16

Κωστής Α. Μακρής

Τα Καλημερολαγούδια της Λενιώς

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα χωρένια, σε μια πόλη πόλινη και σ’ έναν τόπο τόπινο, ζούσε ένα μικρό κορίτσι που το λέγανε Λενιώ.
Ελένη δηλαδή το λέγανε το κοριτσάκι αλλά όλοι μέσα στο σπίτι, η μαμά της κι ο μπαμπάς της και οι γιαγιάδες και οι παππούδες της, τη φωνάζανε Λενιώ.
Κι όλοι αυτοί οι πολλοί άνθρωποι ζούσανε μαζί στο ίδιο σπίτι. Αλλά όχι «ο ένας πάνω στον άλλον», όπως λένε μερικοί. Το σπίτι τούς χωρούσε μια χαρά γιατί ήταν αρκετά μεγάλο και περνούσανε καλά.
Τι καλά δηλαδή, που οι καβγάδες των παππούδων και των γιαγιάδων ακουγόντουσαν μέχρι το ψιλικατζίδικο, και τους άκουγε και ο υδραυλικός, κι ο ηλεκτρολόγος και ο μανάβης στη γωνία. Ο φούρναρης, για να λέμε την αλήθεια, δεν τους άκουγε. Όχι επειδή είχε προβλήματα ακοής αλλά γιατί ο φούρνος του βρισκόταν αρκετά μακριά από το σπίτι της Λενιώς.
Η Λενιώ λοιπόν, που λέτε, ήταν ένα καλό κοριτσάκι.
Τι καλό δηλαδή, που «στο κοφίνι δε χωρά και στο καλάθι περισσεύει» όπως έλεγε ο ένας παππούς. Κι αμέσως ο άλλος του έλεγε με θυμό:
«Μικρό παιδάκι είναι ακόμα! Τι θέλεις να σου κάνει; Άμα μεγαλώσει, θα στρώσει.»
Κι αμέσως ξεκίναγε ένας καλός καβγάς με δυνατές φωνές ανάμεσα στους δυο παππούδες. Τον πατέρα της μαμάς και τον πατέρα τού μπαμπά της Λενιώς.
Που την αγαπούσαν βέβαια και οι δυο τους την εγγονή τους και πάρα πολύ μάλιστα. Αλλά τσακωνόντουσαν μέρα νύχτα ποιος θα προλάβει να πάρει πρώτος το μέρος της για να φαίνεται πιο καλός στα μάτια της Λενιώς.
Και η Λενιώ περνούσε καλά με τους παππούδες της και τις γιαγιάδες της γιατί όπως είπαμε ήταν ένα πολύ καλό κοριτσάκι. Τι καλό δηλαδή, «καλάμια» ήταν η Λενιώ που συνέχεια «το ένα της μύριζε και τ’ άλλο της ξίνιζε» όπως έλεγε η μια γιαγιά. Κι αμέσως η άλλη έπαιρνε το μέρος της Λενιώς λέγοντας:
«Μικρό παιδάκι είναι ακόμα. Τι θέλεις τώρα; Άμα μεγαλώσει, θα στρώσει.»
Κι από κει ξεκίναγε ένας γερός καβγάς με δυνατές φωνές ανάμεσα στις δυο γιαγιάδες. Που και βέβαια αγαπούσανε πολύ και οι δυο τους την εγγονή τους. Αλλά τσακωνόντουσαν συνέχεια για το ποια θα προλάβει να της κάνει πρώτη το χατήρι για να φανεί εκείνη πιο καλή στα μάτια της Λενιώς.
Όλα αυτά γινόντουσαν όταν έλειπαν η μαμά κι ο μπαμπάς στη δουλειά τους.
Και η Λενιώ αλώνιζε μέσα στο σπίτι και τα έκανε όλα άνω κάτω και μαλλιά κουβάρια. Έκανε ό,τι ήθελε και τους δούλευε ψιλό γαζί τους παππούδες της και τις γιαγιάδες της.
Και κείνοι οι κακόμοιροι, λέγανε: «Ε! Μικρό παιδάκι είναι. Δεν θα ’χει και τις παραξενιές του;»
Ή λέγανε: «Παιδί πράμα είναι, να μην κάνει και τις σκανταλιές της και τα νάζια της;».
Και καμάρωνε μέσα της η Λενιώ που τους είχε του χεριού της και τους έκανε ό,τι ήθελε τους κακόμοιρους τους παππούδες και τις γιαγιάδες.

* * *

Τα Σαββατοκύριακα όμως, που η μαμά κι ο μπαμπάς δεν είχανε να πάνε στη δουλειά και μένανε στο σπίτι, η Λενιώ άλλαζε μούρη και φέρσιμο. Ήτανε πιο συμμαζεμένη, πολύ πιο υπάκουη και πάρα πάρα πολύ γλυκιά.
Γιατί, βλέπετε, με τη μαμά στο σπίτι δεν ήταν και τόσο εύκολα τα πράγματα όπως με τις γιαγιάδες και τους παππούδες.
Όχι βέβαια!
Υπήρχανε και κείνες οι φοβερές και απειλητικές κουβέντες της μαμάς, που της ταράζανε τα σωθικά της Λενιώς. Όπως:
«Α! Για να σου πω! Δεν έχω καμιά όρεξη να μου πρήζεις εσύ το συκώτι Σαββατιάτικα!». Ή «Κυριακάτικα», ανάλογα με τη μέρα.
Ή το άλλο το φριχτό, όταν μιλούσε άσχημα η Λενιώ σε κανέναν παππού ή καμιά γιαγιά:
«Πρόσεχε καλά, κακομοίρα μου! Να μιλάς πιο όμορφα γιατί θα γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες! Άντε μπράβο!».
Ή ακόμη:
«Ελένηηηη! Δεν σου είπα να μαζέψεις πρώτα τα πράγματά σου; Που τα σπέρνεις όπου βρεις; Αμέσως! Δεν έχω καμιά όρεξη να μαζεύω εγώ τα πράγματά σου! Πρώτα η δουλειά και μετά τηλεόραση!».
Σε χλωρό κλαρί δεν την άφηνε τη Λενιώ η μαμά.
Μη σας περάσει όμως από το μυαλό ότι η Λενιώ δεν την αγαπούσε τη μαμά της.
Κάθε άλλο! Την αγαπούσε πάρα πολύ και θα ’θελε να είναι συνέχεια μαζί της. Κι ας της φώναζε καμιά φορά η μαμά. Κι ας τη φοβέριζε ότι θα την δείρει. Ποτέ όμως δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της να τη χτυπήσει ούτε για αστείο. Έλεγε μάλιστα η μαμά της Λενιώς ότι «όποιος χτυπάει ένα παιδί τραυματίζει την καρδιά του κόσμου». Ναι! Αυτά τα λόγια έλεγε και τα πίστευε.
Και όταν την έπαιρνε στην αγκαλιά της και τη φιλούσε και τη χαϊδολόγαγε, και της έλεγε πόσο την αγαπάει κι ότι είναι το μικρό της το παιδάκι και η αγάπη της η πολύ μεγάλη, τότε η Λενιώ ήταν το πιο ευτυχισμένο κορίτσι σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Αλλά κι ο αγαπημένος της μπαμπάς, ήταν και κείνος πολύ πονηρός. Έπαιζε βέβαια μαζί της και γελάγανε και λέγανε ένα σωρό αστείους γλωσσοδέτες όπως «μια πάπια μα πια πάπια, μια πάπια με παπιά» και «της καρέκλας το ποδάρι εξεκαρεκλοποδαρώθη» που πολύ την μπερδεύανε τη Λενιώ. Αλλά όποτε πήγαινε να τον τουμπάρει με γαλιφιές και νάζια για να κάνει τα δικά της, εκείνος δεν υποχωρούσε αλλά αντίθετα έλεγε και κείνος κάτι απίστευτα σκληρές κουβέντες όπως:
«Καλά! Μην το κάνεις αυτό που σου λέω. Όπως θέλεις… Μη μου ζητήσεις όμως μετά το ένα και το άλλο. Ε; Μην τυχόν και μου ξαναζητήσεις να σου κάνω το αλογάκι. Το άγριο γαϊδούρι θα σου κάνω και θα φας μια κλοτσιά που θα είναι όλη δική σου!»
Και το παράξενο ήταν ότι εκείνα τα τρομερά λόγια τα έλεγε χαμογελαστά.
Και η κακομοίρα η Λενιώ δεν ήξερε τι να κάνει.
Μερικές φορές που τη μάλωνε η μαμά ή ο μπαμπάς, η Λενιώ δεν μπορούσε να καταλάβει αν την αγαπάνε πραγματικά ή είναι έτοιμοι να τη διώξουνε από το σπίτι για πάντα και να ψάξουνε να βρούνε άλλο παιδάκι.
Γιατί όποτε τη μάλωνε για κάποια αταξία η μαμά και πήγαινε κλαίγοντας η Λενιώ στον μπαμπά της, εκείνος της έλεγε με σηκωμένα τα φρύδια και με φωνή σοβαρή: «Έχει δίκιο η μαμά!».
Το ίδιο κι όταν τη μάλωνε ο μπαμπάς. Έτρεχε η Λενιώ κλαψουρίζοντας στη μαμά της. Εκείνη όμως, η άκαρδη, της έλεγε σοβαρή σοβαρή και με σηκωμένα τα φρύδια:
«Έχει δίκιο ο μπαμπάς!».
Τότε περνούσε πολύ δύσκολες στιγμές η Λενιώ. Που ευτυχώς όμως δεν κρατούσανε για πολύ.
Γιατί όταν μετά από λίγο τους έβλεπε να γελάνε, ν’ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται και ν’ αγκαλιάζουνε και κείνη, χαιρότανε τόσο πολύ που τα ξεχνούσε όλα.

* * *

Η Λενιώ περνούσε ωραία τα Σαββατοκύριακα. Χαιρότανε να είναι μαζί με τη μαμά και το μπαμπά της είτε μένανε στο σπίτι είτε πηγαίνανε για βόλτα στην πόλη ή στην εξοχή. Όταν όμως ερχότανε το βράδυ της Κυριακής, η μαμά τη φιλούσε για καληνύχτα και της έλεγε:
«Κοίτα, Λενιώ μου, αύριο που θα λείπουμε ο μπαμπάς κι εγώ… Το νου σου. Μην τους αλλάξεις πάλι τα φώτα και γυρίσουμε και τους βρούμε σε κακό χάλι κι αρχίσουνε πάλι να μας ψέλνουν. Εντάξει;».
Και εννοούσε τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Τ’ άκουγε αυτά η Λενιώ και στενοχωριότανε και λυπότανε πολύ που το άλλο πρωί θα λείπανε και η μαμά κι ο μπαμπάς της. Και τότε η Λενιώ έλεγε με θυμό και πείσμα από μέσα της:
«Κι εγώ πάλι δεν θα ξυπνάω το πρωί! Και να ξυπνήσω δεν θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι μου! Θα κοιμάμαι όλη τη μέρα μέχρι να γυρίσουνε. Να δουν αυτοί…»
Στη μαμά και στο μπαμπά όμως δεν έλεγε τίποτα. Τους φιλούσε γλυκά γλυκά κι έλεγε:
«Καληνύχτα, μπαμπούλη μου! Καληνύχτα, μαμάκα μου!».
Και πραγματικά, το ’λεγε και το ’κανε η Λενιώ.
Σηκωμό δεν είχε τα πρωινά στις καθημερινές. Τι «Καλημερούδια» της φωνάζανε οι παππούδες. Τι «Ξύπνα, μωρό μου, να φας!» της φωνάζαν οι γιαγιάδες, τι «Ξύπνα, τεμπελχανού, μεσημέριασε!».
Τίποτα! Η Λενιώ τ’ άκουγε όλα βερεσέ, κουκουλωμένη στο κρεβατάκι της.
Κι έλεγε από μέσα της:
«Φωνάζετε εσείς. Φωνάζετε… Εγώ θα μείνω εδώ στο κρεβάτι μου μέχρι να έρθει η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου».
Κάποια στιγμή όμως, όπως είναι φυσικό, βαριότανε να μένει κουκουλωμένη στο κρεβάτι. Κι ας είχε χώσει κάτω από τα σκεπάσματα όλα της τ’ αρκούδια, τα σκυλάκια, τα γατάκια, τα λαγούδια, τα παπιά και ένα σωρό άλλα κουκλιά που φόρτωνε στο κρεβάτι της για να παίζει. Ήθελε να σηκωθεί να κάνει πατίνι, να παίξει με το πιανάκι της, να σκαλίσει τα κατσαρολικά στην κουζίνα, να παίρνει τα πούλια και να φτιάχνει πύργους την ώρα που παίζανε τάβλι οι παππούδες. Κι ας φωνάζανε οι γιαγιάδες και οι παππούδες που τους τα ’κανε όλα άνω κάτω και δεν τους άφηνε σε χλωρό κλαρί.
Σηκωνότανε λοιπόν με τη μούρη κάτω, σαν προβοσκίδα θυμωμένου ελέφαντα.
Κι άρχιζε να βασανίζει τους παππούδες και τις γιαγιάδες που δεν ξέρανε πώς να την ευχαριστήσουν και τι να κάνουνε για να γελάσει. Ή, έστω, να χαμογελάσει.
«Έχει πέτσα το γάλα!» στρίγκλιζε η Λενιώ.
Και δώσ’ του σούρωμα το γάλα.
«Κρύωσε τώρα!» ξεφώνιζε η Λενιώ.
Και δώσ’ του ξαναζέσταμα το γάλα.
«Τα μπισκότα αυτά είναι πανιασμένα! Θέλω καινούρια μπισκότα, τραγανιστά!» στραβομουτσούνιαζε η Λενιώ.
Και τρέχανε οι παππούδες, ποιος θα πρωτοανοίξει καινούριο κουτί με μπισκότα τραγανά. Να της χαλάσουνε το χατήρι; Αν είναι ποτέ δυνατόν!
Μέχρι ν’ αποφασίσει η Λενιώ τι ρούχα ήθελε να βάλει, γανιάζανε οι γιαγιάδες.
Μέχρι να ντυθεί η Λενιώ, κάνανε τους φασουλήδες οι παππούδες.
Ό,τι ήθελε η Λενιώ! Όλα για τη Λενιώ!
Κι όλο και γαϊδούρευε η Λενιώ και λίγο ακόμα ήθελε για να μακρύνουνε τ’ αυτιά της και να βγάλει ουρά με φούντα στην άκρη, σαν αληθινό γαϊδουράκι.

* * *

Η μαμά κι ο μπαμπάς της Λενιώς, μαθαίνανε κάθε βράδυ τα κατορθώματα της κόρης τους από τους ταλαίπωρους παππούδες και τις ξεθεωμένες γιαγιάδες.
Και πιάνανε τη Λενιώ τους και της λέγανε:
«Λενιώ μου, τα παιδάκια δεν μένουνε όλο το πρωί στο κρεβατάκι τους. Σηκώνονται νωρίς, να φάνε το πρωινό τους, να παίξουνε, να ακούσουν ιστορίες και παραμυθάκια από τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Έτσι πρέπει να κάνεις και συ. Μας υπόσχεσαι ότι αύριο θα σηκωθείς κανονικά από το κρεβατάκι σου;».
Η Λενιώ υποσχότανε αλλά την άλλη μέρα το πρωί, έκανε πάλι τα ίδια.
Οι παππούδες είχανε παρατήσει τις προσπάθειες.
Οι γιαγιάδες σηκώνανε τα χέρια ψηλά απελπισμένες.
Ο μπαμπάς στενοχωριότανε και η μαμά ήτανε λυπημένη.

* * *

Είχαν έρθει οι αποκριές. Ένα απόγευμα, ο μπαμπάς και η μαμά της Λενιώς, πήγανε σ’ ένα μαγαζί και αγοράσανε δυο πολύχρωμες στολές μεγάλων λαγών. Όταν τις πήρανε από το ειδικό εκείνο μαγαζί δεν ήταν πολύχρωμες. Τους έραψε όμως κρυφά η μαμά της Λενιώς πολλές κορδέλες κίτρινες, κόκκινες, μπλε, πράσινες, ροζ, γαλάζιες, μοβ και πορτοκαλί και γίνανε πολύχρωμες οι στολές των λαγουδιών.
Κρύψανε τις στολές μέσα στη μεγάλη ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρά τους να μην τις δει η Λενιώ. Και την άλλη μέρα το πρωί δεν έφυγαν νωρίς νωρίς για τη δουλειά τους. Είχανε πάρει άδεια για δυο ώρες και μείνανε στο σπίτι μέχρι τις εννιά.
Και την ώρα εκείνη, φόρεσαν τις πολύχρωμες λαγουδοστολές και μπήκανε σιγά σιγά, στο δωμάτιο της Λενιώς, πατώντας στις μύτες των ποδιών τους. Ευτυχώς που οι μύτες των ποδιών τους δεν ήτανε συναχωμένες να φτερνιστούν με θόρυβο και έτσι πλησίασαν αθόρυβα το κρεβάτι της Λενιώς.
Η Λενιώ κοιμότανε πραγματικά. Κι όπως όλα τα παιδάκια όταν κοιμούνται ―ακόμα και τα πάρα πολύ άτακτα― ήτανε πολύ ήσυχη, πολύ γλυκιά και πολύ όμορφη.
Σιγά σιγά λοιπόν, οι τεράστιοι πολύχρωμοι λαγούδοι πλησίασαν και σκούντησαν απαλά τη Λενιώ. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τρόμαξε. Άκουσε όμως τα χρωματιστά εκείνα πλάσματα να της μιλούν τρυφερά και να της λένε:
«Ξύπνα, γλυκούλα μας Λενιώ! Καλά καλημερούδια!
Καλημερούδια είμαστε μεις, Καλημερολαγούδια!»
Η Λενιώ δεν κατάλαβε τις φωνές των γονιών της γιατί τις είχαν αλλάξει.
«Και τι είσαστε εσείς δηλαδή;» ρώτησε τρίβοντας τα μάτια της απορημένη.
«Είμαστε τα πολύχρωμα λαγούδια που λέμε καλημέρα στα παιδάκια. Γι’ αυτό μας λένε “Καλημερολαγούδια”. Οι περισσότεροι όμως μας φωνάζουνε “καλημερούδια” γιατί τους είναι πιο εύκολο».
Η Λενιώ είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
Με ορθάνοιχτες τις ματάρες της παρατηρούσε με θαυμασμό τα “καλημερολαγούδια”.
«Και πάτε σε όλα τα παιδάκια;» ρώτησε λίγο διστακτικά και δύσπιστα η Λενιώ.
«Σε όλα πάμε! Αλλά δεν μας βλέπουνε όλα. Μας βλέπουνε μόνον εκείνα που σηκώνονται κανονικά από το κρεβατάκι τους και δεν γκρινιάζουν όταν ξυπνάνε».
«Εγώ όμως γκρινιάζω…» είπε μουτρωμένη η Λενιώ.
«Όχι πάντα…» ψιθύρισε κοντά στο αυτί της η μαμά “καλημερολαγούδα”.
«Ναι… Το Σάββατο και την Κυριακή το πρωί δεν γκρινιάζω» συμφώνησε η Λενιώ.
«Και τώρα που μας είδες θα γκρινιάζεις ακόμα λιγότερο. Έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο μπαμπάς “καλημερολάγουδος”.
«Έτσι!» συμφώνησε χαρούμενα η Λενιώ.«Και θα ξυπνάω όταν μου μιλάει ο παππούς Βασίλης, ο παππούς Μίμης, η γιαγιά Ρένα και η γιαγιά Φώτω».
«Μπράβο, Λενιώ μου» είπανε τα καλημερολαγούδια και βγήκανε χοροπηδηχτά απ’ το δωμάτιο πριν προλάβει να σηκωθεί η Λενιώ.

* * *

Το απόγευμα που γύρισαν ο μπαμπάς και η μαμά, η Λενιώ ήτανε ξετρελαμένη απ’ τη χαρά της.
Το ίδιο και οι παππούδες και οι γιαγιάδες.
Που ξέρανε από πριν για το κόλπο με τα “καλημερολαγούδια” και είχαν ενθουσιαστεί από το αποτέλεσμα.
«Ήρθανε τα Καλημερολαγούδια στο δωμάτιό μου! Είδα τα Καλημερολαγούδια! Εκείνα με ξυπνήσανε και σηκώθηκα αμέσως!» φώναζε η Λενιώ και χοροπηδούσε με χαρά.
Οι μεγάλοι χαμογελούσαν και κοιταζόντουσαν με νόημα.
«Θα ξυπνάω κάθε μέρα νωρίς να τα βλέπω! Κάθε μέρα!» δήλωσε σοβαρά η Λενιώ.
Και χαρήκανε όλοι που η Λενιώ θα σηκωνότανε χωρίς μούτρα και γκρίνια το πρωί.

* * *

Αυτό όμως που έγινε από την επόμενη κιόλας μέρα, ήταν κάτι το θαυμαστό που πρέπει να το πούμε κι ας είναι κάτι μυστικό. Κάτι που δεν το μάθανε οι γονείς και οι παππούδες και οι γιαγιάδες της Λενιώς και που μπορεί να μην το μάθουνε ποτέ.
Τι έγινε λοιπόν το επόμενο πρωί;
Ακούστηκε στην εξωτική και παραμυθένια Καλημερουδία ότι η Λενιώ σταμάτησε να γκρινιάζει πια. Μάθανε εκεί, στη φανταστική εκείνη χώρα, ότι ούτε όταν την ξυπνάγανε θα γκρίνιαζε πια η Λενιώ αλλά ούτε και τις άλλες ώρες.
Το μάθανε αυτό και τα Καλημερολαγούδια. Τα αληθινά Καλημερολαγούδια, τα εύθυμα και πολύχρωμα, που έχουνε όλα τα χρώματα του ουρανού την αυγή.
Τα θαυμαστά εκείνα Καλημερολαγούδια που πάνε και ξυπνάνε όλα τα παιδάκια του κόσμου σε όλες τις γλώσσες και σε όλους τους τόπους που βλέπει ο ήλιος.
Είχανε πάει μερικές φορές και στη Λενιώ και της είχανε πει “Καλημερούδια” αλλά εκείνη δεν έβγαζε το κεφάλι της από το σκέπασμα.
Τώρα όμως πηγαίνανε κάθε πρωί στο κρεβατάκι της και της λέγανε χαρωπά:
«Καλημερούδια, Λενιώ! Καλά ξυπνητούρια!».
Και η Λενιώ ξυπνούσε αμέσως και τους χαμογελούσε χαρούμενη. Παρ’ όλο που τα Καλημερολαγούδια τώρα ήταν πάρα πολύ μικρά. Πολύ μικρότερα από κείνα που είχαν έρθει να την ξυπνήσουν την πρώτη πρώτη φορά.
«Αυτά που είχαν έρθει την πρώτη φορά θα ήταν οι γονείς ή οι παππούδες Καλημερολάγουδοι. Γι’ αυτό ήτανε τόοοσο μεγάλοι» σκεφτόταν η Λενιώ.

* * *

Από τότε, κάθε βράδυ, η Λενιώ έπεφτε στο κρεβάτι της χαρούμενη με τη σκέψη ότι την άλλη μέρα το πρωί θα ξαναδεί τα χαρούμενα Καλημερολαγούδια.
Χαιρόταν όμως και για άλλον ένα λόγο: που μόνο εκείνη τα έβλεπε κι άλλος κανείς μέσα στο σπίτι.

*  *  *

 

 

Κωστής Α. Μακρής
Τα καλημερολαγούδια της Λενιώς
ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Β’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ 2012

pel-b-brabeio-kalhmerolagoydia-12feb12-sm

Copyright © 2012, Κωστής Α. Μακρής (Μακρής Αν. Κωνσταντίνος)
REVISED SEPTEMBER 2016 © 2016 KOSTIS A. MAKRIS, ΚΩΣΤΗΣ Α. ΜΑΚΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ, ΕΛΛΑΔΑ, ATHENS, GREECE

kostismakris.wordpress.com

PiozName&EVITA cov 200X135mm 72pi BLOG KAM 18MAY17 LR

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: