//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

H μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα, Κωστής Α. Μακρής

Akatalabitsa 14DEC15 RGB LR

Κωστής Α. Μακρής

H μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα

Παραμύθι για την τέχνη των ευχών



© COPYRIGHT 2015 KOSTIS A. MAKRIS, GREECE

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015


 

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι παπαρούνες ήταν ακόμα πολύχρωμες και όχι μόνο κόκκινες, ζούσε στο Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών η μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα.
Η νεράιδα αυτή δεν είχε από την αρχή αυτό το όνομα.
Το όνομα που της είχαν δώσει οι μεγάλες νεράιδες, όταν πέταξε για πρώτη φορά, ήταν Πετογελούσα.
Όπως ίσως ξέρετε, οι νεράιδες έπαιρναν το όνομά τους αμέσως μετά το πρώτο τους πέταγμα. Τότε που έπαιρναν, όπως λέγανε παλιά, το βάφτισμα του πετάγματος.
Μόλις άρχισε, λοιπόν, η μικρή εκείνη νεράιδα να πετάει ψηλά, πάνω και κάτω από τα σύννεφα, πέρα και δώθε από την Λαμπροκουρελού και τον Στραβοδόντη Κάστορα, είδε και θαύμασε από ψηλά όλο το Νεραϊδοχώρι και τα γύρω μέρη.
Πετούσε πάνω από τα πεντακάθαρα νερά του νεραϊδοπόταμου Στραβοδόντη Κάστορα. Πετούσε πάνω απ’ τη Λαμπροκουρελού, το λιβάδι με τις πολύχρωμες παπαρούνες και όλα τα άλλα λουλούδια. Έκανε χαμηλές πτήσεις ανάμεσα στα δέντρα μέσα στο δάσος των Αγαπόδεντρων που συνόρευε με το Νεραϊδοχώρι.

Και τόσο πολύ χαιρόταν με τις ομορφιές που έβλεπε που έβαλε τα γέλια. Πετούσε και γελούσε και έκανε τούμπες στον αέρα και ανάσκελο πέταγμα και κατοκόρυφες πτώσεις αγγίζοντας την κορφή κάποιου δέντρου και ξανά ορμούσε με γοργό πέταγμα προς ένα σύννεφο που της θύμιζε ροδαλό γελοβάτραχο, από εκείνους που γελάνε βραχνά μόλις σε δουν. Το γέλιο όμως της Ακαταλαβίτσας της κάθε άλλο παρά βραχνό ήταν. Ήταν καθαρό και δυνατό και κρυστάλλινο, σαν να ηχούσαν ασημένιες και χρυσές καμπανούλες.

Τότε η Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα, που πάντα παρακολουθούσε το πρώτο πέταγμα των μικρών νεραϊδόπουλων, έγινε νονά της και την ονόμασε «Πετογελούσα».
Η Πετογελούσα, μετά τα πρώτα μαθήματα πετάγματος και κρυψίματος και μεταμορφώσεων, άρχισε να πηγαίνει στο ξακουστό «Σχολείο των Καλών Ευχών».
Εδώ πρέπει να πούμε ―για όσες και όσους δεν το ξέρουν― ότι το «Σχολείο των καλών Ευχών» ήταν η καλύτερη Σχολή για νεράιδες σε ολόκληρο τον Νεραϊδόκοσμο.
Έρχονταν σ’ αυτό νεραϊδούλες και νεραϊδόπουλα απ’ όλο τον κόσμο και τα πτυχία και τα διπλώματα που έπαιρναν, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, ήταν αναγνωρισμένα και έγκυρα σε όλα τα νεραϊδοχωριά του κόσμου.

Εκεί οι μικρές νεράιδες διδάσκονταν από τις Πρεσβύτερες Νεράιδες του Συμβουλίου του Νεραϊδοχωριού την πολύ δύσκολη τέχνη των Ευχών.
― Οι άνθρωποι εύχονται πολλά, μας ζητούν ακόμα περισσότερα και εμείς πρέπει κάθε φορά να διακρίνουμε ποιο είναι το σωστό να κάνουμε, έλεγε στις μικρές νεράιδες η Νεράιδα Χαμομήλα, δασκάλα στο μάθημα του Ελέγχου των Ανθρώπινων Επιθυμιών. Γιατί, όπως πολύ σύντομα θα μάθετε, οι άνθρωποι εύχονται συχνά για κάτι χωρίς όμως να ξέρουν τι ακριβώς θέλουν.

― Από τις ευχές μας εξαρτάται πολλές φορές η ευτυχία ή ακόμα και η καταστροφή κάποιων ανθρώπων! τους έλεγε η Νεράιδα Κομποσκίνα, δασκάλα στο πολύ δύσκολο μάθημα των Αλυσιδωτών Αντιδράσεων των Ευχών.

― Οι ευχές που δίνουμε δεν μπορούν να απαλλάξουν τους ανθρώπους από τις υποχρεώσεις που έχουν απέναντι στους άλλους ανθρώπους και στη φύση. Ούτε μπορούν να τους κάνουν να ξεχωρίζουν το κακό που υπάρχει μέσα στο καλό που εύχονται, έλεγε στις μαθητευόμενες Νεραϊδούλες η Νεράιδα Μελοκερασιά, δασκάλα από παλιά στο μάθημα της Ανθρωποευχολογίας.

Τα μαθήματα που παρακολουθούσε η μικρή Νεράιδα Πετογελούσα δεν ήταν και τόσο εύκολα αλλά εκείνη τα άκουγε προσεκτικά, κρατούσε σημειώσεις, έκανε πολλές ερωτήσεις και μέρα με τη μέρα μάθαινε τη δύσκολη τέχνη της Νεράιδας: Την Τέχνη των καλών Ευχών.

Ή, μάλλον, νόμιζε ότι τη μάθαινε…

*       *
*

Μετά από πολλά πολλά μαθήματα, ήρθε επιτέλους η ώρα που οι μικρές νεράιδες θα έπρεπε να εφαρμόσουν στην πράξη αυτά που είχαν μάθει από τις σοφές νεραϊδοδασκάλες τους.
Ήταν η μέρα που θα έδιναν τις περίφημες «Εξετάσεις της Πρώτης Ευχής». Στις εξετάσεις αυτές έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν καταλάβει όσα είχαν μάθει στο «Σχολείο των Καλών Ευχών».
Αν πετύχαιναν στις εξετάσεις, θα συνέχιζαν τις σπουδές τους στην Ανώτερη Τάξη. Αλλιώς, θα υποχρεώνονταν να ξανακάνουν τα μαθήματα της προηγούμενης τάξης.
Μαζεύτηκαν λοιπόν όλες οι μαθητευόμενες μικρές Νεράιδες μπροστά στο Νεραϊδοσυμβούλιο όπου προέδρευε η βασίλισσα Πεσκετόκανα.
Μερικές από τις πρεσβύτερες Νεράιδες πέρασαν μπροστά απ’ όλες τις εξεταζόμενες νεραϊδούλες για να δουν και να ελέγξουν τα καινούρια μαγικά ραβδιά που τους είχαν δοθεί ειδικά για εκείνη τη μέρα.
Αφού ολοκληρώθηκαν οι έλεγχοι και βρέθηκαν όλα εντάξει, το Συμβούλιο άρχισε να αναθέτει τις πρώτες αποστολές.
Κάποια στιγμή, ήρθε και η σειρά της Πετογελούσας.

*       *
*

Η πρώτη της αποστολή ήταν να πάει σ’ ένα μικρό αγοράκι που είχε εκείνη τη μέρα τα γενέθλιά του και ζητούσε χάρες από τις Νεράιδες με τον τρόπο που του είχε μάθει η γιαγιά του.
Το παιδάκι εκείνο είχε ξυπνήσει πρωί πρωί και κοιτάζοντας προς τον ήλιο που έβγαινε στην ανατολή, έλεγε:
«Νεράιδες μου καλές,
Νεράιδες μου χρυσές,
Εσείς που με προσέχετε,
Εσείς που μ’ αγαπάτε,
Δώστε μου τις ευχές σας,

Ευχές για ό,τι θέλω,
Ευχές για το καλό,
Ευχές για τη ζωή μου
και ό,τι αγαπώ!»

Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι, μάθαιναν από πολύ μικρά παιδιά πολλούς τρόπους για να καλούν τις Νεράιδες όταν αντιμετώπιζαν κάποια αξεπέραστη δυσκολία. Οι άνθρωποι τις πίστευαν τις Νεράιδες και τις αγαπούσαν. Οι Νεράιδες από τη μεριά τους, αγαπούσαν και φρόντιζαν πάντα και με διάφορους τρόπους τους καλούς ανθρώπους. Με συμβουλές, με βοήθειες ή με ευχές. Μόλις λοιπόν το παιδάκι είπε το κάλεσμά του για τις Νεράιδες, η Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα φώναξε τη μικρή Πετογελούσα και την έστειλε να δει τι ήθελε το παιδί.
― Πετώ αμέσως, Βασίλισσα Πεσκετόκανα! Νά είσαι σίγουρη ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να φανώ αντάξια της εμπιστοσύνης σου και άξια μαθήτρια του «Σχολείου των Καλών Ευχών».
Και πέταξε αμέσως προς το παιδάκι που την είχε καλέσει.
Πριν προλάβει το μικρό αγόρι να αποσώσει το τραγούδι-πρόσκληση προς τις νεράιδες, η Πετογελούσα με τη μορφή μιας μικρής χρυσογάλανης πεταλούδας που έλαμπε και φεγγοβολούσε, έμπαινε στο δωμάτιο του παιδιού.
Στάθηκε απέναντι στον μικρό άνθρωπο που την κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα από το θαυμασμό και είπε:
«Παιδάκι μου καλό,
παιδάκι μου χρυσό,
για πες μου εσύ τι θέλεις
να δω αν το μπορώ.

Αν το μπορώ και πρέπει
η ευχή μου θα το φέρει.
Αν όμως είναι για κακό
θα φύγω, θα χαθώ!»

Το παιδάκι, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του και με την καρδιά του να χτυπά δυνατά από την απρόσμενη χαρά, άπλωσε τα χέρια του στη νεράιδα Πετογελούσα και είπε:
― Θέλω όσο μικρός είμαι εγώ, τόσο μικροί να είναι και οι φόβοι μου!
Θέλω όσο μεγάλο είναι το δάσος, τόσο μεγάλη να είναι και η αγάπη που μου δείχνουν οι άλλοι!
Θέλω ακόμα, όσο λάμπει ο ήλιος, τόσο έξυπνος να είμαι για να μη με λένε χαζό!

Η Πετογελούσα σκέφτηκε λίγο και αποφάσισε: «Καλές μου φαίνονται οι επιθυμίες αυτού του παιδιού. Θα του δώσω τις ευχές μου!»
Έβγαλε τότε το μικρό, ολοκαίνουργο μαγικό ραβδάκι της και είπε:
― Σου εύχομαι για τα γενέθλιά σου, όσο μικρός είσαι εσύ τόσο μικρά να είναι και όσα σε τρομάζουν.
Σου εύχομαι, όσο μεγάλο είναι το δάσος, τόσο μεγάλη να είναι και αγάπη που σου δείχνουν οι άλλοι.
Σου εύχομαι, όσο λάμπει ο ήλιος πάνω σου, τόσο να λάμπει η σκέψη σου!»

Και η μικρή Πετογελούσα πέταξε χαρούμενη για το Νεραϊδοχώρι, περήφανη που είχε ολοκληρώσει με επιτυχία ―όπως νόμιζε― την πρώτη της αποστολή.
«Σίγουρα περνάω στην Ανώτερη Τάξη!» σκέφτηκε με χαρά.
Εκεί όμως, πίσω στο Νεραϊδοχώρι, την περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη.
Βρήκε τη Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα μαζί με όλες τις Πρεσβύτερες Νεράιδες του Συμβουλίου να την περιμένουν με μια σκυθρωπή έκφραση που τίποτα καλό δεν προμηνούσε.
Η Πετογελούσα τις κοίταξε με αμηχανία και το χαμόγελό της ήταν μουδιασμένο.
― Έδωσα τις ευχές μου στο παιδάκι, είπε με τρεμάμενη φωνή. Έκανα κανένα λάθος; συμπλήρωσε αχνά, μ’ έναν ακαθόριστο φόβο να μεγαλώνει μέσα της.
― Πετογελούσα! Είπε αυστηρά η βασίλισσα Πεσκετόκανα. Δες και μόνη σου τα αποτελέσματα των ευχών που έδωσες στο μικρό αγόρι!
Και με τα λόγια αυτά, ύψωσε το ραβδί της και έδειξε το παιδί στην έντρομη Πετογελούσα.
Η Πετογελούσα είδε τότε με φρίκη μια σειρά από εικόνες που μόνο απελπισία προκαλούσαν.
Στην πρώτη εικόνα είδε το παιδάκι να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του με τρόμο καθώς το πολιορκούσαν φοβεροί εφιάλτες και οράματα με τέρατα που είχαν απαίσιες μορφές και που κανένα δεν ήταν μεγαλύτερο από το μπόι του.
Στη δεύτερη εικόνα είδε το παιδί να πνίγεται ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, γνωστούς του αλλά και άγνωστους σ’ αυτό, που το έπιαναν, το αγκάλιαζαν, του τσιμπούσαν τα μάγουλα, το φιλούσαν και δεν το άφηναν να πάρει ανάσα επειδή ―όπως έλεγαν― το αγαπούσαν υπερβολικά.
Η τρίτη εικόνα ήταν κι εκείνη απελπιστική. Η έκπληκτη και καταταραγμένη Πετογελούσα, είδε το παιδί να είναι έξυπνο μόνο όσην ώρα έλαμπε ο ήλιος. Μόλις όμως ερχόταν το βράδυ ή τύχαινε να έχει πυκνή συννεφιά, το κακόμοιρο αγοράκι μεταμορφωνόταν σε έναν απερίγραπτο βλάκα που δεν μπορούσε να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχερα.
Τότε η μικρή νεράιδα Πετογελούσα, με δάκρυα να πλημμυρίζουν τα λαμπερά γαλανά μάτια της, είπε με συντριβή προς όλο το Συμβούλιο:
― Συγγνώμη! Δεν κατάλαβα τι ακριβώς ζητούσε το παιδί… Ούτε κατάλαβα πόσο δυσάρεστα αποτελέσματα θα μπορούσαν να έχουν οι ευχές που του έδωσα. Ζητάω συγνώμη από εσένα Βασίλισσα Πεσκετόκανα και από όλες τις Πρεσβύτερες Νεράιδες του Συμβουλίου μας. Την επόμενη φορά θα είμαι πολύ πιο προσεχτική!
Η βασίλισσα Πεσκετόκανα, παρ’ όλο που συμπαθούσε τη μικρή Πετογελούσα, της είπε αυστηρά:
― Οι Νεράιδες δεν έχουν πολλά περιθώρια για λάθη. Και είναι πολύ δύσκολο να διορθωθεί μια ευχή που δόθηκε από νεράιδα ― όσο μικρή κι αν είναι η νεράιδα που την έδωσε. Να σκεφτείς διπλά και τριπλά πριν δώσεις τις ευχές σου την επόμενη φορά. Πήγαινε τώρα να παίξεις με τις φίλες σου.
Η Πετογελούσα όμως ήταν ακόμα πολύ στενοχωρημένη.
― Και με το παιδί; Τι θα γίνει τώρα με το παιδί; ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον.
― Το παιδί θα είναι μια χαρά, είπε η βασίλισσα. Η Ε.ΔΙ.Λ.Ε.Α.Κ., η Επιτροπή Διόρθωσης Λανθασμένων Ευχών και Ακύρωσης Καταρών, ανάλαβε ήδη να αλλάξει τις ευχές σου. Κατάλαβες τώρα, μικρή μου Νεράιδα «Ακαταλαβίτσα»;
Τα τελευταία λόγια της Νεραϊδοβασίλισσας κυκλοφόρησαν αμέσως σε ολόκληρο το Νεραϊδοχώρι. Έτσι, από εκείνη τη μέρα η μικρή νεράιδα Πετογελούσα έγινε για όλους η νεράιδα Ακαταλαβίτσα.
Αυτό τη στενοχώρησε πολύ τη μικρή νεράιδα γιατί της θύμιζε συνέχεια την αποτυχία της στην πρώτη της αποστολή. Χώρια που μερικές φίλες της άρχισαν αμέσως να την κοροϊδεύουν.

*       *
*

Η επόμενη αποστολή για την Ακαταλαβίτσα άργησε να έρθει.
Η Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα μαζί με τις δασκάλες Νεράιδα Χαμομήλα, Νεράιδα Κομποσκίνα και Νεράιδα Μελοκερασιά, ξεκίνησαν να κάνουν εντατικά μαθήματα Ευχών στην Ακαταλαβίτσα. Η μικρή νεράιδα από τη μεριά της, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, διαβάζοντας σκληρά, λύνοντας δύσκολες ασκήσεις και κάνοντας εξάσκηση με τις φίλες της, που είχαν περάσει στην Ανώτερη Τάξη.
Έπρεπε να δουλεύει πολύ σκληρά για να μπορέσει να καταλάβει και να αντιμετωπίσει τις περίεργες και πολλές φορές παράλογες επιθυμίες των ανθρώπων.
Μετά από πολλές εβδομάδες διαβάσματος, ασκήσεων και εξετάσεων, η Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα κάλεσε την Ακαταλαβίτσα και της είπε:
― Καλή μου Ακαταλαβίτσα ήρθε η ώρα να μας δείξεις τι έμαθες. Ένας άνθρωπος με γυναίκα και πέντε παιδιά, βρίσκεται στην ακροποταμιά και ζητάει τη βοήθειά μας. Τι λες, Ακαταλαβίτσα μου; Θα καταφέρεις να καταλάβεις τι ζητάει αυτός ο άνθρωπος και να του δώσεις τις κατάλληλες ευχές;
Η Ακαταλαβίτσα καταχάρηκε.
― Ναι, Βασίλισσά μου! είπε με θέρμη. Κι αυτή τη φορά θα βάλω τα δυνατά μου να τα κάνω όλα όπως πρέπει!
Και πριν προλάβει ο κούκος να πει δεύτερο «κου» ―είχε μπει η άνοιξη― η Ακαταλαβίτσα εμφανίστηκε μπροστά στον άνθρωπο που καλούσε τις νεράιδες δίπλα στην ακροποταμιά.
Η Ακαταλαβίτσα στάθηκε μέσα στο νερό απέναντί του, με τη μορφή ενός χρυσόψαρου και είπε:
«Άνθρωπε καλέ,
άνθρωπε χρυσέ,
για πες μου εσύ τι θέλεις
να δω αν το μπορώ.

Αν το μπορώ και πρέπει
η ευχή μου θα το φέρει.
Αν όμως είναι για κακό
θα φύγω, θα χαθώ»

Ο άνθρωπος, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του και την καρδιά του να χτυπά δυνατά απ’ τη χαρά του που οι νεράιδες άκουσαν τα παρακάλια του, άπλωσε τα χέρια προς τη μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα και είπε:
― Ψαράκι μου χρυσό, Νεράιδα μου καλή!
Εγώ, και τίποτα να μην έχω, θα είμαι ευτυχισμένος.
Θέλω όμως τα παιδιά μου να έχουν ό,τι θέλουν.
Θέλω ακόμα, η γυναίκα μου να μπορεί να καμαρώνει κι εκείνη
σαν μεγαλοκυρά με λούσα και στολίδια στο παζάρι,
που βλέπει τις άλλες στολισμένες και ζηλεύει και μου θυμώνει.

Η Ακαταλαβίτσα σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί αυτά που είχε μάθει κοντά στις δασκάλες της, και είπε μέσα της:
«Καλός άνθρωπος μου φαίνεται και αγαπάει τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Θα του δώσω τις ευχές μου!»
Στράφηκε τότε στον άνθρωπο που στεκόταν γονατιστός στην ακροποταμιά απέναντί της και του είπε:
― Θα έχεις ό,τι μου ζήτησες.
Εύχομαι εσύ να μην έχεις τίποτα.
Εύχομαι τα παιδιά σου να έχουν ό,τι θέλουν.
Και τέλος, εύχομαι η γυναίκα σου να καμαρώνει στο παζάρι σαν μεγαλοκυρά με ωραία στολίδια και ακριβά λούσα.

Και έφυγε κολυμπώντας στο ποτάμι μέχρι να απομακρυνθεί από τον άνθρωπο.
Σε λίγο, αλλάζοντας μορφή και πετώντας ζωηρά, έφτασε στο Νεραϊδοχώρι χαρούμενη που έκανε με επιτυχία ―όπως νόμιζε― αυτό που έπρεπε να κάνει.
Η χαρά της όμως δεν ήταν να κρατήσει για πολύ.
Μόλις έφτασε στο Νεραϊδοχωριό της, είδε τη βασίλισσα Πεσκετόκανα να έχει τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και να χτυπά με το πόδι της νευρικά το χορτάρι. Δίπλα της στέκονταν οι Πρεσβύτερες Νεράιδες του Συμβουλίου και είχαν πάλι εκείνη τη στρυφνή έκφραση στα πρόσωπά τους, που τίποτα καλό δεν προμηνούσε.
Η Ακαταλαβίτσα τις κοίταξε με αμηχανία και με μουδιασμένο χαμόγελο.
― Έδωσα τις ευχές μου στον άνθρωπο, είπε με τρεμουλιαστή φωνή. Έκανα κανένα λάθος πάλι; ψέλλισε με φωνή που μόλις ακουγόταν, καθώς ένας γνώριμος φόβος μεγάλωνε μέσα της και την κυρίευε.
― Ακαταλαβίτσα! είπε αυστηρά η βασίλισσα Πεσκετόκανα. Τελικά καλά κάνουμε και σε φωνάζουμε Ακαταλαβίτσα! Δες και μόνη σου τα αποτελέσματα των ευχών που έδωσες στον κακόμοιρο άνθρωπο που ζήτησε τη βοήθειά σου.
Ύψωσε η βασίλισσα το μαγικό ραβδί της και έδειξε στην Ακαταλαβίτσα τον άνθρωπο της ακροποταμιάς. Η Ακαταλαβίτσα είδε τότε με απόγνωση μια σειρά από εικόνες που την έκαναν να θέλει να κρυφτεί από φόβο και ντροπή.
Στην πρώτη εικόνα είδε τον άνθρωπο κουρελή και ταλαίπωρο, να σέρνεται στο δρόμο κλαίγοντας απαρηγόρητος γιατί είχε χάσει όσα είχε και δεν είχε.
Μετά την ευχή της Ακαταλαβίτσας δεν είχε πια τίποτα.
Στη δεύτερη εικόνα είδε τα πέντε παιδιά του να έχουν μεταμορφωθεί σε κακομαθημένα και άπληστα παλιόπαιδα που μπορούσαν κάθε στιγμή να έχουν ό,τι θέλουν. Τα παιδιά εκείνα δεν ήταν ευχαριστημένα με τίποτα και συνέχεια ζητούσαν κάτι καινούριο που δεν τους έκανε καμιά εντύπωση ούτε τους έδινε χαρά.
Τέλος, στην τρίτη εικόνα, είδε τη γυναίκα του ανθρώπου να κυκλοφορεί στο παζάρι στολισμένη σαν παγόνι. Περπατούσε περήφανη στους δρόμους, με τη μύτη της έναν πήχη ψηλά, καμαρώνοντας για τα φανταχτερά ρούχα που φορούσε και τα πανάκριβα κοσμήματά της. Ψωροπερήφανη, ανόητη και ματαιόδοξη όσο δεν παίρνει άλλο.
Τα πέντε παιδιά περιφρονούσαν τον άνθρωπο που μέχρι πριν λίγο ήταν ο αγαπημένος τους πατέρας. Το ίδιο και η γυναίκα του. Γιατί τώρα, εκείνος που δεν είχε τίποτα δεν μπορούσε να βρίσκεται μαζί με αυτούς που τα είχαν όλα και να τους ντροπιάζει με το χάλι του!

Η Ακαταλαβίτσα, βλέποντας τα αποτελέσματα των ευχών της, έβαλε τα κλάματα. Η καλή νεραϊδένια της καρδιά δεν άντεχε να βλέπει το κακό που άθελά της είχε προκαλέσει.
― Σεβαστή μου Βασίλισσα Πεσκετόκανα κι εσείς καλές Πρεσβύτερες Νεράιδες, σας ζητώ ταπεινά συγγνώμη. Πάλι δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήθελε αυτός ο άνθρωπος και ποιες ευχές του έπρεπε να ικανοποιήσω… Πώς μπορώ να επανορθώσω το κακό που του έκανα; Τι πρέπει να κάνω;
― Εσύ τίποτα, τώρα. Αρκετά έκανες! της είπε αυστηρά μια από τις Πρεσβύτερες Νεράιδες. Για μια ακόμα φορά το θέμα το ανέλαβε η Ε.ΔΙ.Λ.Ε.Α.Κ., η Επιτροπή Διόρθωσης Λανθασμένων Ευχών και Ακύρωσης Καταρών που σε ξελάσπωσε και την προηγούμενη φορά. Ας ελπίσουμε ότι θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τις ευχές σου χωρίς μεγάλη ζημιά για την οικογένεια αυτή.
Η Ακαταλαβίτσα άκουγε αμίλητη και με σκυμμένο το κεφάλι τα λόγια της Πρεσβύτερης Νεράιδας.
― Τελικά, είσαι μια Ακαταλαβίτσα! της είπε τρυφερά και με πειραχτική διάθεση η βασίλισσα Πεσκετόκανα χαϊδεύοντάς της τα φτεράκια.
Την αγαπούσε πολύ τη μικρή γκαφατζού νεράιδα. Ίσως γιατί της θύμιζε τα δικά της λάθη όταν ξεκινούσε τη σταδιοδρομία της στον νεραϊδόκοσμο.
Η Ακαταλαβίτσα σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια της στη νονά της και είπε:
― Καλή μου Βασίλισσα κι εσείς Πρεσβύτερες Νεράιδες! Δώστε μου άλλη μια ευκαιρία. Ελπίζω τα παθήματα να μου γίνουν μαθήματα και να καταφέρω να βοηθήσω πραγματικά τον επόμενο άνθρωπο που θα ζητήσει τη βοήθειά μου.
Οι Νεράιδες του Συμβουλίου κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χαμογελώντας κρυφά. Μίλησε τότε η Νεραϊδοβασίλισσα:
― Ακαταλαβίτσα! Πρώτα θα κάνεις κι άλλα μαθήματα Ευχών. Μετά θα δούμε. Μέχρι τότε προσπάθησε να καταλάβεις τι ήταν αυτό που έκανε λάθος στις πρώτες σου προσπάθειες.

*       *
*

Η Ακαταλαβίτσα έφυγε από το Συμβούλιο με μια βαθιά θλίψη στην καρδιά της. Δεν της έφταναν όμως οι στεναχώριες για τις αποτυχίες της· είχε και τα πειράγματα από τις φιλενάδες της που όποτε την έβλεπαν έλεγαν γελώντας μεταξύ τους:
― Προσοχή! Προσοχή! Φυλαχτείτε! Έρχεται η Ακαταλαβίτσα! Μην τυχόν και της ζητήσετε να σας δώσει την ευχή της! Χαθήκατε!
Ακόμα και τα ξωτικά που τριγυρνούσαν μέσα στο Νεραϊδοχώρι, κάνοντας θελήματα και σκανταλιές, την πείραζαν όποτε την έβλεπαν.
Είχαν φτιάξει μάλιστα και ένα κοροϊδευτικό τραγούδι και δεν έχαναν ευκαιρία να της το τραγουδούν:

«Η Ακαταλαβίτσα μας

δίνει ευχές καλές!
Ελίτσες της ζητάς,
σου δίνει κουτσουλιές!»

Μέχρι και οι Νάνοι που δούλευαν στις σπηλιές του Παστελόβουνου και πολύ τις αγαπούσαν τις Νεράιδες, φυλαγόντουσαν από την Ακαταλαβίτσα και για χάρη της μικρής και απερίσκεπτης ―όπως τη θεωρούσαν― νεραϊδούλας είχαν βγάλει κι εκείνοι ένα τραγουδάκι:
«Οι Νάνοι κάθε πρωινό, πριν πάνε για δουλίτσα,
μίαν ευχούλα κάνουνε, μικρή σαν πασχαλίτσα:
Στον δρόμο τους να μη βρεθεί η Ακαταλαβίτσα!»

Όλα αυτά πίκραιναν κατάκαρδα την Ακαταλαβίτσα που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των φίλων της.
Από το πολύ διάβασμα και τα εντατικά μαθήματα από τις Πρεσβύτερες Νεράιδες, η Ακαταλαβίτσα δεν είχε πια χρόνο για ανέμελα παιχνίδια στο ποτάμι, τον Στραβοδόντη Κάστορα, ή στη Λαμπροκουρελού, το λιβάδι με τις πολύχρωμες παπαρούνες.
Την ώρα που όλες οι φίλες της έπαιζαν ξένοιαστες με τα ξωτικά, βάφοντας λουλούδια, μαθαίνοντας κοτσυφοτράγουδα και αηδονομουσικές, στρίβοντας μουστάκια χρυσομπαρμπουνιών ή χτενίζοντας την ουρά καμιάς αλεπούς και κάνοντας ένα σωρό παρόμοια δημιουργικά και ευχάριστα πράγματα, η κακομοίρα η Ακαταλαβίτσα βρισκόταν βυθισμένη στη μελέτη βαριών και δύσκολων βιβλίων όπως «Η Ανθρώπινη Ματαιοδοξία και Πώς Να την Αντιμετωπίζετε», το «Πώς να καταλάβεις τι εύχονται τα Παιδιά των Ανθρώπων όταν δεν ξέρουν Τι Θέλουν», το «Η καλή Νεράιδα δεν εκπληρώνει ποτέ ανόητες ευχές» ή το περίφημο νεραϊδοβιβλίο «Οι Άνθρωποι Γεννιούνται Βλάκες ή τους Κάνουν Βλάκες τα Σχολεία τους;».
Εκτός από τα πολλά βιβλία, που μερικά μόνο αναφέραμε, έπρεπε να μελετά και πολλά ακόμη στρυφνά και δυσνόητα συγγράματα με νεραϊδοθεωρίες και νεραϊδομελέτες για τον παράξενο και πολύπλοκο κόσμο των ανθρώπων.

Τα νεραϊδοβιβλία μπορεί να ήταν μεγάλα και δύσκολα, είχαν όμως και μερικά σημαντικά πλεονεκτήματα. Είχαν όμορφες κινούμενες εικόνες που επεξηγούσαν ευχάριστα το κείμενο. Όταν η Ακαταλαβίτσα δυσκολευόταν να καταλάβει κάποιες λέξεις ή έννοιες, το ίδιο το βιβλίο της έδινε την κατάλληλη εξήγηση με τρόπο απλό και κατανοητό. Επίσης τα Σχολικά Νεραϊδοβιβλία ―για όσους δεν το ξέρουν― μαλώνουν τον μαθητή ή τη μαθήτρια που προσπαθεί να διαβάσει παρακάτω, πηδώντας σελίδες. Κάποια μάλιστα, μπατσίζουν ελαφρά με τις σελίδες τους τον αναγνώστη, επιστρέφοντας μόνα τους στη σωστή σελίδα. Όταν η Ακαταλαβίτσα καμιά φορά, κουρασμένη από την πολλή μελέτη, άφηνε το βιβλίο στην άκρη πριν φτάσει η ώρα για διάλειμμα, το βιβλίο σηκωνόταν όρθιο και χτυπώντας τα χοντρά εξώφυλλά του με δύναμη, της φώναζε με στριγκλιές:
― Διάβαζε! Διάβαζε! Το διάλειμμα είναι σε δώδεκα λεπτά ακριβώς!

Έτσι, με καθημερινό πολύωρο διάβασμα, επίμονη μελέτη και πρακτική άσκηση, περνούσαν οι μέρες.
Ένα μεσημέρι, η βασίλισσα Πεσκετόκανα κάλεσε κοντά της την Ακαταλαβίτσα και της είπε με γλυκιά φωνή και χαμογελαστό ύφος:
― Οι Πρεσβύτερες Νεράιδες μού λένε ότι τα πας πολύ καλά με τα μαθήματά σου, Ακαταλαβίτσα. Τι λες; Νιώθεις έτοιμη να βοηθήσεις έναν άνθρωπο; Να σου δώσουμε άλλη μία ευκαιρία;
Η Ακαταλαβίτσα κοίταξε τη βασίλισσα και νονά της με μάτια που έλαμπαν από ελπίδα και προσμονή.
― Ναι, Βασίλισσά μου και νονά μου! Θέλω να βοηθήσω έναν άνθρωπο. Θέλω να τους βοηθήσω όλους τους ανθρώπους! Είναι τόσο αδύναμοι οι κακόμοιροι και πολλές φορές τους λυπάμαι που ζητάνε ανόητα πράγματα χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς θέλουν! είπε ζωηρά η μικρή, φιλότιμη νεράιδα.
― Ωραία! είπε η βασίλισσα. Μια γυναίκα ζητάει τη βοήθειά μας. Θα την αναλάβεις;
Τα μάτια της Ακαταλαβίτσας έβγαλαν αστραπές από τον ενθουσιασμό της.
― Ναι, Βασίλισσα Πεσκετόκανα! Νομίζω ότι μπορώ! Πιστεύω ότι μπορώ!
― Τότε, μη χάνεις χρόνο. Πέτα αμέσως! Και πρόσεχε! Σκέψου πολύ καλά πριν δώσεις τις ευχές σου. Σπάνια οι άνθρωποι ξέρουν ακριβώς τι θέλουν. Και τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν πώς να ζητήσουν αυτό που πραγματικά θέλουν.

Η Ακαταλαβίτσα πετούσε κιόλας και πριν ανοιγοκλείσει τα μάτια της, βρισκόταν κοντά σε μια γυναίκα που είχε ζητήσει τη βοήθεια. Την βρήκε καθισμένη στη ρίζα μια γέρικης βελανιδιάς.
Η γυναίκα εκείνη είχε μόλις τελειώσει το κάλεσμα προς τις νεράιδες. Είδε τότε με χαρούμενη έκπληξη να στέκει μπροστά της μια μικρή αλεπουδίτσα που μιλούσε με ανθρώπινη φωνή, να της λέει:

«Γυναίκα μου καλή,
γυναίκα μου χρυσή,
για πες μου εσύ τι θέλεις
να δω αν το μπορώ

Αν το μπορώ και πρέπει
η ευχή μου θα το φέρει.
Αν όμως είναι για κακό
θα φύγω, θα χαθώ»

Η γυναίκα, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο να της φωτίζει το πρόσωπο και με την καρδιά της να χτυπά δυνατά απ’ την απρόσμενη χαρά, άπλωσε τα χέρια στη νεραϊδούλα Ακαταλαβίτσα και είπε:
― Αλεπουδίτσα μου χρυσή, Νεράιδα μου καλή!
Άκου τι σου ζητώ και κάνε ό,τι μπορείς:
Έχω δύο κόρες. Η μεγάλη είναι πολύ όμορφη αλλά όχι πολύ έξυπνη.
Η μικρή είναι πολύ έξυπνη αλλά ασκημούλα.
Και οι δυό τους ζηλεύουν πάρα πολύ η μία την άλλη για ό,τι λείπει από την καθεμιά τους και τσακώνονται συνέχεια.
Αυτό θέλω να αλλάξει.
Η πεθερά μου επίσης, με ζηλεύει γιατί μαγειρεύω καλύτερα από εκείνην.
Κι αυτό θέλω να αλλάξει.
Ακόμη, κι αυτό είναι το τελευταίο, ο άντρας μου είναι κοντός και άσκημος.
Κι αυτό θέλω να αλλάξει.»

Η Ακαταλαβίτσα την άκουσε προσεκτικά και σκεφτόταν πάρα πολύ πριν αποφασίσει τι να κάνει για την καλή εκείνη γυναίκα. Τα αιτήματά της της φάνηκαν λογικά και σωστά.
Τελικά αποφάσισε να δώσει στη γυναίκα τρεις ευχές και της είπε:
― Εύχομαι οι κόρες σου από τώρα και στο εξής να μην έχουν τίποτα να ζηλέψουν η μια από την άλλη.
Εύχομαι η πεθερά σου να μην έχει κανέναν λόγο να σε ζηλεύει.
Εύχομαι τέλος, ο άντρας σου να γίνει όπως τον θέλεις.
Είσαι ευχαριστημένη;
Ρώτησε η Ακαταλαβίτσα με αλεπουδίσιο χαμόγελο τη γυναίκα που άκουγε προσεκτικά.
― Να ’σαι καλά, αλεπουδίτσα μου, Νεράιδα μου καλή! είπε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση η αγαθή αλλά αρκετά ανόητη γυναίκα.

Η Ακαταλαβίτσα έτρεξε τότε με τα αλεπουδοπόδαρά της γρήγορα μακριά από εκεί και σε λίγο, αφού πήρε την κανονική της μορφή, έφτασε πετώντας χαρούμενη στο Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών, με τη σκέψη ότι επιτέλους κατάφερε να βοηθήσει με σωστές ευχές έναν άνθρωπο.
Περήφανη για το κατόρθωμά της, θέλησε να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά στη Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα και το Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων.
Στη μέση ενός σκυθρωπού Συμβουλίου, η Ακαταλαβίτσα είδε με τρόμο να την περιμένει μια ακόμα πιο σκυθρωπή βασίλισσα. Βλέποντας εκείνα τα σκοτεινιασμένα πρόσωπα, η Ακαταλαβίτσα παρέλυσε.
«Φτου! Πάλι πατάτα έκανα!» σκέφτηκε με απόγνωση.
Μαζεύοντας όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει, ρώτησε έτοιμη να βάλει τα κλάματα:
― Τι έκανα πάλι;
Οι καλές Νεράιδες του Συμβουλίου, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κουνώντας τα κεφάλια τους με θλίψη και συμπόνια.
― Μούσκεμα τα έκανες πάλι, Ακαταλαβίτσα μου! είπε με σφιγμένο στόμα η νεραϊδοβασίλισσα. Δες και μόνη σου…
Η Ακαταλαβίτσα είδε τότε τις εικόνες που έφερε μπροστά της το μαγικό ραβδί της νονάς της.
Στην πρώτη εικόνα είδε τις δυο κόρες της γυναίκας. Τώρα πια δεν ζήλευαν η μία την άλλη. Και πώς να ζηλέψουν; Αφού και οι δύο είχαν γίνει και άσκημες και βλάκες!
Στη δεύτερη εικόνα είδε την πεθερά της γυναίκας να την παρηγορεί που δεν μπορούσε να φτιάξει ένα φαΐ της προκοπής. Εννοείται ότι τώρα η πεθερά κάθε άλλο παρά τη ζήλευε τη νύφη της.
Στην τρίτη εικόνα είδε τον άντρα της γυναίκας, ψηλό και όμορφο, να τριγυρνάει κορδωτός όλη μέρα στην πόλη κάνοντας παρέα με νέες και όμορφες κοπέλες. Μένοντας όσο περισσότερο μπορούσε μακριά από την ασχημούλα γυναίκα του, με τα κακόφαγα που έφτιαχνε, και τις δύο κόρες του που πια δεν είχαν ούτε ίχνος από ομορφιά ή εξυπνάδα.
― Πο πο! Τι είναι αυτά τα χάλια που βλέπω! Εγώ τα έκανα όλα αυτά; ρώτησε τρομαγμένη η Ακαταλαβίτσα. Συγγνώμη, αλλά φαίνεται ότι πάλι δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήθελε εκείνη η γυναίκα και τι ευχές έπρεπε να της δώσω… Μου φαίνεται ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ να γίνω μια σωστή Νεράιδα! φώναξε φανερά θυμωμένη με τον εαυτό της και πέταξε με οργή το μαγικό ραβδί της κάτω στο χορτάρι.
Όλα τα μέλη του Νεραϊδοσυμβουλίου την παρακολουθούσαν σιωπηλά.
― Όπως καταλαβαίνεις, Ακαταλαβίτσα μου, τώρα τα πράγματα είναι σοβαρά, είπε επίσημα η βασίλισσα Πεσκετόκανα. Η Ε.ΔΙ.Λ.Ε.Α.Κ., η Επιτροπή Διόρθωσης Λανθασμένων Ευχών και Ακύρωσης Καταρών, που την έχεις μάθει καλά τώρα πια, έχει πάλι πολύ δουλειά να κάνει. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Το πιο σημαντικό και δυσάρεστο για σένα, είναι το ότι δεν μπορείς πλέον να μένεις στο Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών. Πρέπει να το εγκαταλείψεις αμέσως. Λυπάμαι που σου το λέω, αλλά οι νόμοι μας είναι πολύ αυστηροί και χωρίς εξαιρέσεις. Έχεις αποτύχει τρεις φορές να βοηθήσεις τους ανθρώπους που μας χρειάζονται και πιστεύουν σε μας. Κινδυνεύουμε να γίνουμε αναξιόπιστες. Υπάρχει φόβος να πάψουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε μας. Και αυτό θα σήμαινε την καταστροφή μας. Γιατί αυτό που μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε το καλό, είναι η πίστη των ανθρώπων. Χωρίς αυτήν θα καταντήσουμε μικρά και αδύναμα πλάσματα δίχως την ελπίδα να μπορούμε να κάνουμε κάτι και για τη Φύση αλλά και για τους Ανθρώπους.
― Και πού θα πάω; Τι θα απογίνω; ρώτησε με απελπισία η Ακαταλαβίτσα.
― Θα πας στο βουνό Κρυφόσκεπο. Εκεί ζει ένας πολύ γέρος και πολύ σοφός άνθρωπος, ο Καλογείτονας. Μόνο αυτός μπορεί να σε βοηθήσει. Το έχει κάνει και παλιότερα, είπε η Νεραϊδοβασίλισσα.
― Ένας άνθρωπος; Θα με βοηθήσει εμένα ένας άνθρωπος; ρώτησε με έκπληξη η Ακαταλαβίτσα.
Η βασίλισσα την κοίταξε με θλιμμένο χαμόγελο.
― Ναι, Ακαταλαβίτσα μου. Ένας άνθρωπος και μη σου φαίνεται παράξενο. Όπως σου είπα και πιο πριν, το έχει ξανακάνει παλιότερα και με επιτυχία. Θα πας λοιπόν στο βουνό Κρυφόσκεπο, προς την Ανατολή. Θα περάσεις το Παστελόβουνο, μετά το λιβάδι με τα Γαλάζια Χαμομήλια, θα διαβείς το ποτάμι του Φτερωτού Μέρμηγκα και μετά το δάσος με τις Γελαστές Ιτιές θα το δεις μπροστά σου. Κοντά στην κορυφή, από την ανατολική πλαγιά του Κρυφόσκεπου, κοντά στο δασάκι του Αχτένιστου Σκίουρου βρίσκεται η σπηλιά του Καλογείτονα. Αν χαθείς στο δρόμο…
― Δεν θα χαθώ! Κατάλαβα πολύ καλά πού είναι, είπε μουτρωμένη, διακόπτοντας με απότομο τρόπο τη βασίλισσα.
Εκείνη, που ήταν σοφή και καλόκαρδη, δεν θύμωσε με το ύφος και τους τρόπους της Ακαταλαβίτσας και συνέχισε.
― Αν τυχόν ―λέω άν…― χάσεις τον δρόμο, ζήτα βοήθεια από τα κοτσύφια. Εκείνα ξέρουν να σε οδηγήσουν στον Καλογείτονα.
Η Ακαταλαβίτσα ένιωσε αμέσως πολύ άσχημα για το φέρσιμό της και κοκκίνισε σαν κατακόκκινη παπαρούνα. Η βασίλισσα της χαμογέλασε και τότε πήρε θάρρος η Ακαταλαβίτσα και ρώτησε με θλίψη:
― Πόσον καιρό θα πρέπει να μείνω με τον Καλογείτονα;
― Όσο χρειαστεί θα μείνεις εκεί, Ακαταλαβίτσα μου γλυκιά, της είπε με τρυφεράδα η Νεράιδα Πεσκετόκανα. Όταν ο Καλογείτονας αποφασίσει ότι μπορείς να ξαναγυρίσεις στο χωριό μας, τότε τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα για όλους μας. Και πιο πολύ για σένα. Αν κάνεις υπομονή, όλα θα πάνε καλά.
Τα λόγια και το φέρσιμο της βασίλισσας και νεραϊδονονάς της, ζέσταναν την καρδιά της Ακαταλαβίτσας.

*       *
*

Μόλις τελείωσε το Συμβούλιο, η Ακαταλαβίτσα μάζεψε από κάτω το μαγικό ραβδί της, χαιρέτησε τις Νεράιδες και ξεκίνησε να φύγει.
Η βασίλισσα την έπιασε, την αγκάλιασε και της είπε σιγανά στο αυτί:
― Ακαταλαβίτσα μου, να μη στενοχωριέσαι. Να ακούς προσεχτικά τον Καλογείτονα και να σκέφτεσαι καλά ό,τι σου πει. Ξέρω τι σου λέω… Και όταν θα ξανασυναντηθούμε, που θα γίνει αρκετά σύντομα όπως ελπίζω, τότε θα έχουμε πολλά να πούμε εμείς οι δύο…
Η Ακαταλαβίτσα δεν πολυκατάλαβε τα λόγια της βασίλισσας. Ένιωσε όμως τέτοια ανακούφιση που αυτό της έφτανε.
Μάζεψε όλα της τα υπάρχοντα σ’ ένα μαγικό τσαντάκι στο μέγεθος και τη μορφή μιας πεταλούδας, αγκαλιαστήκανε με τις φίλες της, χαιρέτησε τα ξωτικά και τους νάνους ― ξεχνώντας τα κοροϊδευτικά τραγουδάκια που της είχαν βγάλει― και εκείνοι την αποχαιρέτησαν με συγκίνηση και ευχές πραγματικής φιλίας.
Λυπημένη βαθιά η Ακαταλαβίτσα, πέταξε γρήγορα μακριά από το Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών. Καθώς πετούσε μακριά από το χωριό της αναρωτιόταν τι να την περίμενε στη μακρινή Ανατολή.
«Γεια σου, Λαμπροκουρελού! Γεια σας κι εσάς, πολύχρωμες παπαρούνες! Γεια σου, Στραβοδόντη Κάστορα! Γεια σας, Αγαπόδεντρα! Γεια σου, Παστελόβουνο! Πότε άραγε θα σας ξαναδώ;» σκεφτόταν με θλίψη καθώς περνούσε πάνω από τους αγαπημένους της τόπους.

*       *
*

Πλησίαζε το δειλινό όταν η Ακαταλαβίτσα πέρασε πάνω από το ποτάμι του Φτερωτού Μέρμηγκα. Πετούσε τώρα πάνω από το δάσος με τις Γελαστές Ιτιές όταν είδε στον ορίζοντα να υψώνεται μέχρι τον ουρανό το πανύψηλο βουνό, το Κρυφόσκεπο. Το Κρυφόσκεπο χρωστούσε το όνομά του στο μεγάλο του ύψος, γιατί τον περισσότερο καιρό η κορυφή του ήταν κρυμμένη στα σύννεφα.
Η Ακαταλαβίτσα πετούσε πάνω από τη νότια πλευρά του βουνού για να φτάσει στην ανατολικές πλαγιές. Η νύχτα είχε πέσει και η Ακαταλαβίτσα ένιωσε ότι θα της ήταν πολύ δύσκολο να βρει τη σπηλιά του σοφού Καλογείτονα μέσα στο σκοτάδι καθώς πήγαινε εκεί ακάλεστη.
Αποφάσισε τότε να ζητήσει βοήθεια από τα κοτσύφια. Κατέβηκε σε μια ρεματιά με πολλά πλατάνια και άλλα δέντρα, και μιλώντα κοτσυφικά είπε το Κάλεσμα των Κοτσυφιών:
«Φίλος σου είμαι, κότσυφα,
και θέλω μία χάρη.
Να χαίρεσαι το ράμφος σου
κι όλα σου τα παιδιά.»
Κανείς όμως δεν της απαντούσε. Η Ακαταλαβίτσα ξαναείπε:
«Φίλος σου είμαι, κότσυφα,
και θέλω μία χάρη.
Να χαίρεσαι το ράμφος σου
κι όλα σου τα παιδιά.
Πολλά νερά στο δρόμο σου,
φαγάκι όσο θες!»

Τότε μέσα από τα κλαδιά μιας Ξεδιάντροπης Μιμόζας, ακούστηκε μια ψιλή φωνή που όμως δεν ακουγόταν και πολύ ευγενική:
«Ποιος τον ύπνο μας ταράζει
κι άχρηστες ευχές μας τάζει;
Ποιος μας ξυπνά χωρίς ντροπές;
Ποιος είσαι και τι θες;»

Η Ακαταλαβίτσα είπε τότε ευγενικά:
«Καλά μου κοτσύφια! Χρυσά μου κοτσύφια!
Είμαι η νεράιδα Ακαταλαβίτσα και ζητώ τη συμβουλή σας.
Έρχομαι από το Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών
και πηγαίνω στη σπηλιά του Καλογείτονα.
Μπερδεύτηκα όμως στον δρόμο και ζητώ τη βοήθειά σας.»

Τότε η ίδια φωνή ξαναείπε:
«Τι ακριβώς θέλεις;
Συμβουλή, βοήθεια ή και συμβουλή και βοήθεια;»

Η Ακαταλαβίτσα, παρ’ όλο που άρχιζε να νευριάζει, είπε ευγενικά:
«Θέλω να μου πείτε πού είναι η σπηλιά του Καλογείτονα.»

Το κοτσύφι απάντησε:
«Στην ανατολική πλευρά του Κρυφόσκεπου.»

Η Ακαταλαβίτσα ένιωθε να νευριάζει πολύ.
«Αυτό το ξέρω!» είπε με έντονη φωνή, και συνέχισε:
«Θέλω να μου πείτε πού α κ ρ ι β ώ ς είναι
η σπηλιά του σοφού Καλογείτονα και πώς θα τη βρω!»

Πάλι ακούστηκε το ίδιο κοτσύφι:
«Η σπηλιά του Καλογείτονα, και συγκεκριμένα το δάπεδο της εισόδου της, βρίσκεται ανατολικά, νοτιο-ανατολικά στο Κρυφοβούνι, σε υψόμετρο 2.869 μέτρα και 72 εκατοστά ως προς την επιφάνεια της θάλασσας, στη θέση Μελιντζανόβραχος, βόρεια από το Δάσος του Αχτένιστου Σκίουρου, σε 245 μέτρα περίπου απόσταση από το τελευταίο πουρνάρι στο Δασάκι των Πουρναριών Με Την Πιτυρίδα. Θα τη βρεις δίπλα από την Καθιστή Βελανιδιά. Αριστερά της Βελανιδιάς, όπως την κοιτάς, βρίσκεται η είσοδος της σπηλιάς, ανάμεσα σε δύο σχίνους. Το μονοπάτι που οδηγεί στη σπηλιά είναι στρωμένο με χαλίκια στο μέγεθος καρυδιού και φουντουκιού και έχουν χρώμα γκρίζο και λευκό. Άντε, τράβα τώρα να τη βρεις και άσε μας να κοιμηθούμε».

Η Ακαταλαβίτσα τώρα είχε θυμώσει για τα καλά.
«Βάζω στοίχημα ότι θέλει να μου σπάσει τα νεύρα αυτός ο ανόητος κότσυφας επειδή τον ξύπνησα!» σκέφτηκε έτοιμη να μπήξει τις στριγκλιές και να σηκώσει στο πόδι όλη τη ρεματιά.

Το δυνατό άρωμα της Ξεδιάντροπης Μιμόζας τη βοήθησε να κατανικήσει τον θυμό της και αποφάσισε να φανεί πολύ πιο ευγενική από τον αγενέστατο κότσυφα:
«Αγαπημένε μου, γλυκέ μου κότσυφα!
Συγγνώμη που σε κουράζω τέτοιαν ώρα.
Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις
πώς ακριβώς θα πάω από εδώ
μέχρι τη σπηλιά του σοφού Καλογείτονα;»

Το κοτσύφι ακούστηκε να τσιρίζει θυμωμένα:
«Α! Για να σου πω, νεράιδα Ακαταλαβίτσα!
Δεν φτάνει που μας ξυπνάς μέσα στα μαύρα σκοτάδια και μας ενοχλείς!
Δεν μπορείς τουλάχιστον να μας πεις απ’ την αρχή τι ακριβώς ζητάς;
Ξεκινάς ζητώντας συμβουλές και βοήθεια, μετά ρωτάς πού ακριβώς είναι η σπηλιά του Καλογείτονα και πώς θα τη βρεις και στο τέλος θυμάσαι να πεις αυτό που θέλεις! Πώς θα πας από εδώ εκεί!
Τόσο δύσκολο σου είναι να ζητήσεις απ’ την αρχή αυτό που θέλεις;»

Τότε μόνο άρχισε επιτέλους να της περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη διαδρομή για τη σπηλιά του Καλογείτονα.
Η Ακαταλαβίτσα κατάλαβε και χάρηκε πολύ. Αφού ευχαρίστησε θερμά τον κότσυφα, του ευχήθηκε καλό ξημέρωμα, και συνέχισε πιο σίγουρη το πέταγμα για τον προορισμό της.
Σε λίγο, ακολουθώντας τις ιδιαίτερα ακριβείς οδηγίες του κότσυφα, πέρασε το Δάσος του Αχτένιστου Σκίουρου, συνάντησε το Δασάκι Των Πουρναριών Με Την Πιτυρίδα και είδε την Καθιστή Βελανιδιά, που έμοιαζε με μεγάλη γυναίκα που είχε καθίσει να ξεκουραστεί στην άκρη του δρόμου. Είχε φτάσει μπροστά στη σπηλιά και εκεί κοντοστάθηκε.
Η Ακαταλαβίτσα μπήκε λίγα μέτρα μέσα στη σπηλιά νεραϊδοπατώντας. Κοίταξε γύρω της. Βαθύ σκοτάδι και απόλυτη σιωπή.
«Τι να κάνω τώρα; Να ξυπνήσω τον γέροντα; Ή να περιμένω να ξημερώσει;» σκεφτόταν.
Αποφάσισε να κοιμηθεί σ’ ένα κλαδάκι της Καθιστής Βελανιδιάς και με το φως του ήλιου να μπει στη σπηλιά.

*       *
*

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεσαν πάνω στα χρυσορόδινα φτερά της και η Ακαταλαβίτσα ξύπνησε χαρούμενη και αναζωογοννημένη. Μάζεψε λίγη δροσιά από τα φύλλα της Βελανιδιάς ―αφού καλημέρισε ευγενικά το σεβάσμιο δέντρο― και δροσίστηκε.
Έριξε μια ματιά στο άνοιγμα της σπηλιάς και είδε έναν ψηλό ασπρομάλλη γέροντα να κοιτάζει προς το μέρος της με λαμπερό βλέμμα και ζεστό χαμόγελο.
― Καλημέρα, της είπε εκείνος. Ποια είσαι και τι θέλεις; ρώτησε με βαθιά και λίγο βραχνή φωνή.
Η Ακαταλαβίτσα πέταξε αμέσως προς το μέρος του ―δίχως να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, πουλί ή αλεπού― και είπε στον συμπαθητικό άνθρωπο:
― Είμαι η νεράιδα Ακαταλαβίτσα και με στέλνει σε σένα ―αν εσύ είσαι ο Καλογείτονας― η Νεραϊδοβασίλισσα Πεσκετόκανα!
Ο γέροντας έβαλε τα γέλια.
― Εγώ είμαι ο Καλογείτονας! Εσύ όμως δεν μου είπες τι θέλεις από μένα.
Η Ακαταλαβίτσα ξαφνιάστηκε. Δεν ήξερε τι να πει.
― Αφού σου λέω ότι με έστειλε η βασίλισσα Πεσκετόκανα! Τι θα πει «τι θέλω»;
Ο Καλογείτονας γελούσε ακόμα πιο δυνατά τώρα.
― Αυτό μου το ξαναείπες, νεράιδα Ακαταλαβίτσα. Αυτό που δεν μου είπες, είναι τι θέλεις εσύ! Τι είναι αυτό που  ε σ ύ  ζητάς από μένα;
Η νεραϊδούλα πήγε να νευριάσει αλλά θυμήθηκε τα λόγια του κότσυφα. Κατάλαβε τι εννοούσε ο Καλογείτονας και ντράπηκε.
― Θέλω να με μάθεις να καταλαβαίνω… Να καταλαβαίνω τι ζητούν οι άλλοι από μένα και να τους το δίνω, αν μπορώ, είπε αποφασιστικά και με θάρρος.
― Τώρα μου τα λες καλά! Μήπως όμως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από σένα; Εσύ ξέρεις τι θέλεις; Κι αυτό που θέλεις, ξέρεις πώς να το ζητάς;
Η Ακαταλαβίτσα θυμήθηκε τον διάλογο που είχε με τον κότσυφα το περασμένο βράδυ. Καταλάβαινε τώρα ότι ο κότσυφας είχε δίκιο. Εκείνη έφταιγε που δεν έπαιρνε την απάντηση που ήθελε από τον κότσυφα. «Όταν του εξήγησα τι ακριβώς ζητούσα, ο κότσυφας με βοήθησε όσο μπορούσε», σκέφτηκε.
― Λοιπόν, έχεις δίκιο. Πραγματικά, πολλές φορές περιμένω από τους άλλους να καταλάβουν από μόνοι τους τι ακριβώς θέλω. Και όταν δεν το καταλαβαίνουν, θυμώνω.
Ο γερο-Καλογείτονας κοίταξε την Ακαταλαβίτσα με θαυμασμό.
― Μπράβο, Ακαταλαβίτσα! Συγχαρητήρια! Ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο θα έλεγαν με τόσο θάρρος αυτό που μόλις είπες εσύ τώρα. Πολύ λίγοι άνθρωποι, νεράιδες, ξωτικά ή νάνοι καταφέρνουν αυτό που κατάφερες εσύ: Να αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν ένα λάθος τους.
Η Ακαταλαβίτσα χαμήλωσε το κεφάλι.
― Από τη στιγμή που κατάλαβες ότι πρέπει να γνωρίζεις αυτό που πραγματικά θέλεις και αυτό να ζητάς κι από τον εαυτό σου και από τους άλλους, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο εύκολα και για σένα και για μένα, συνέχισε ο Καλογείτονας. Πες μου τώρα τι έγινε και γιατί σε έδιωξαν από το Νεραϊδοχώρι. Γιατί, για να σε στέλνει σε μένα η Πεσκετόκανα, μάλλον σε διώξανε. Έτσι δεν είναι; Πες μου λοιπόν τι συνέβη… Και θέλω να μου τα πεις όλα! Χωρίς να ντρέπεσαι για τίποτα.
Η Ακαταλαβίτσα έμεινε για λίγο σκεφτική, διστάζοντας να μιλήσει.
― Όσο πιο γρήγορα μου μιλήσεις κι όσο πιο γρήγορα αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε το πρόβλημά σου, τόσο πιο γρήγορα θα επιστρέψεις στο Νεραϊδοχωριό σου. Κατάλαβες, Ακαταλαβίτσα; ρώτησε με κρυφό χαμόγελο ο Καλογείτονας.
Η Ακαταλαβίτσα πήρε θάρρος και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια στον γέροντα του Κρυφόβουνου και τις τρεις περιπτώσεις που είχε αντιμετωπίσει. Χωρίς να κρύψει τίποτα, του είπε τι είχαν ζητήσει οι άνθρωποι και πώς η ίδια τα είχε κάνει μαντάρα με τις ευχές που τους είχε δώσει.
Ο αγαθός γέροντας κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια καθώς άκουγε τις ιστορίες της Ακαταλαβίτσας.
― Τι ανόητοι άνθρωποι! Οι κακόμοιροι… Αλλά, κι εσύ, μωρέ Ακαταλαβίτσα, τους έδωσες κάτι ευχές…! Έτσι είναι όμως τα πράγματα και ό,τι έγινε, έγινε. Κατά βάθος, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρειάζονται την ευχή μιας νεράιδας για να καταφέρουν κάτι σημαντικό. Αν πραγματικά ήξεραν τι θέλουν και το ζητούσαν από τον ίδιο τους τον εαυτό με αλήθεια και απλότητα, τότε θα καταφέρνανε να κάνουν θαύματα! Πιστεύουν όμως περισσότερο στην αδυναμία τους παρά στις δυνάμεις τους. Και όταν πιστεύεις ότι είσαι αδύναμος, τότε γίνεσαι πραγματικά αδύναμος. Αυτό είναι το σημείο που εσύ, σαν καλή Νεράιδα, πρέπει να διορθώσεις. Όχι να κάνεις εσύ για λογαριασμό των ανθρώπων ό,τι μπορούν να κάνουν μόνοι τους. Το μυστικό είναι να βρεις την αδυναμία τους και με την κατάλληλη ευχή να τους βοηθήσεις να την ξεπεράσουν. Να τους δώσεις δύναμη και αυτοπεποίθηση. Είναι δύσκολο, το ξέρω… Ξέρω όμως ότι γίνεται.
Η Ακαταλαβίτσα άκουγε μαγεμένη τον Καλογείτονα.
― Τι θα μπορούσα να κάνω με το παιδάκι και τους φόβους του; ρώτησε με απορία.
Ο Καλογείτονας έξυσε σκεφτικός το κεφάλι του.
― Αν σου πω τι θα έκανα εγώ, δεν σε βοηθάω. Δεν θα είμαι συνέχεια δίπλα σου για να σε συμβουλεύω. Το θέμα είναι να μπορείς μόνη σου να βρίσκεις κάθε φορά την κατάλληλη ευχή.
Το πρόσωπο της Ακαταλαβίτσας φωτίστηκε.
― Το βρήκα! φώναξε. Αυτό που είπες είναι! Να ξεπερνάει κανείς μόνος του τα προβλήματά του. Αυτό είναι το μυστικό. Τώρα που το κατάλαβα αυτό, η ευχή που θα έδινα στο παιδί δεν θα ήταν να έχει μικρούς φόβους. Θα του ευχόμουν όποιους φόβους και να έχει, όσο μεγάλοι κι αν είναι, να μπορεί να τους αντιμετωπίζει μόνος του με θάρρος, ελπίδα και πίστη στις δυνάμεις του!
Η Ακαταλαβίτσα είχε ενθουσιαστεί και κοίταζε στα μάτια τον Καλογείτονα περιμένοντας την αντίδρασή του. Εκείνος της χαμογελούσε γλυκά σαν να ήταν ο παππούς της.
― Ναι! Ναι, Ακαταλαβίτσα μου. Αυτό είναι. Όλα τα πλάσματα στον κόσμο μας μπορούν να αντιμετωπίσουν κάθε κίνδυνο και κάθε φόβο. Αρκεί να ξέρουν τις δυνάμεις τους, να πιστεύουν σ’ αυτές και να μην τις υπερτιμούν αλλά ούτε και να τις υποτιμούν.
― Και θα μπορούν να νικούν; ρώτησε η Ακαταλαβίτσα.
― Να νικούν; Αυτό εξαρτάται από πολλά πράγματα… Μερικές φορές νικάς τον κίνδυνο και τον φόβο φεύγοντας. Δεν χρειάζεται να δίνεις μια μάχη από πριν χαμένη. Άλλες φορές όμως, αξίζει να δώσεις μια μάχη ακόμα κι αν τη χάσεις. Όταν πιστεύεις βαθιά στον στόχο σου.
Και χαμογελώντας ακόμα ο Καλογείτονας, συμπλήρωσε:
― Και να έχεις όσο γίνεται πιο πολλή αγάπη μέσα σου και γύρω σου…
― Δηλαδή; ρώτησε η Ακαταλαβίτσα.
― Αν δεν έχεις αγάπη μέσα σου και γύρω σου, τότε είσαι πραγματικά αδύναμος. Είσαι, πώς να σου το πω, Ακαταλαβίτσα μου…
― Άδειος…, ψιθύρισε με το βλέμμα της δακρυσμένο η Ακαταλαβίτσα.
― Ακριβώς! Άδειος, κούφιος. Σωστά το είπες, Ακαταλαβίτσα μου. Χωρίς αγάπη, είσαι ένας άδειος τενεκές! Το μόνο που μπορείς να κάνεις χωρίς αγάπη είναι θόρυβος, λάθη και κακίες!
Η Ακαταλαβίτσα έσκυψε το κεφάλι. Μεγάλη αλήθεια φανέρωναν τα λόγια του Καλογείτονα.
Γιατί και η ίδια όταν άκουγε τις κοροϊδίες των φίλων της και τα κοροϊδευτικά τους τραγούδια έχανε κάθε κουράγιο και δύναμη πιστεύοντας ότι δεν την αγαπούν. Ένιωθε να αδειάζει μέσα της και αντί να είναι μια άξια νεραϊδούλα γεμάτη δύναμη και θέληση, ένιωθε σαν ένα άχρηστος άδειος τενεκές. Ανίκανη να κάνει το παραμικρό καλό. Μερικές φορές βέβαια γέμιζε με θυμό και ένιωθε σαν ένας αγριεμένος χείμαρρος που θέλει να καταστρέψει τα πάντα στο πέρασμά του. Αρκούσε όμως ένα τρυφερό βλέμμα αγάπης από τη Βασίλισσα Πεσκετόκανα ή μια γλυκιά και ενθαρρυντική κουβέντα από τις δασκάλες της για να αποκτήσει ξανά αυτοπεποίθηση και νέες δυνάμεις.

*       *
*

Ο καιρός περνούσε και η Ακαταλαβίτσα, ζώντας μαζί με τον Καλογείτονα, καταλάβαινε όλο και περισσότερο τη σκέψη, τις επιθυμίες, τις φιλοδοξίες, τη ματαιοδοξία και τους φόβους των ανθρώπων. Μάθαινε και για τον εαυτό της πράγματα πρωτόγνωρα. Πολύ δύσκολα θύμωνε τώρα. Μέρα με την ημέρα μάθαινε να αγαπά περισσότερο τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον εαυτό της.
Η σκέψη της γινόταν πιο γρήγορη και πιο λαμπερή.
Είχε περάσει κιόλας ένας ολόκληρος χρόνος από την ημέρα που πρωτοσυνάντησε τον Καλογείτονα. Είχαν γίνει καλοί φίλοι οι δυο τους.
Ένα πρωινό, ο σοφός γέροντας είπε στη νεραϊδούλα:
― Ακαταλαβίτσα μου καλή, πέρασε πάνω από ένας χρόνος που είμαστε μαζί. Ό,τι ήταν να σου διδάξω σου το δίδαξα. Ήρθε η ώρα να γυρίσεις πίσω στο Νεραϊδοχώρι και είμαι σίγουρος ότι θα ξαναγίνεις πολύ σύντομα η Καλή και Σοφή Νεράιδα Πετογελούσα.
Η Ακαταλαβίτσα χαμογέλασε. Θυμήθηκε τα λόγια του μεγάλου φίλου της όταν του είχε πει την ιστορία για την αλλαγή του ονόματός της μετά την πρώτη της αποτυχία. Χάρηκε με τη σκέψη ότι θα γύριζε στο Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών και στους φίλους της που είχε επιθυμήσει. Λυπήθηκε όμως που θα έχανε τη συντροφιά ενός τόσο αγαπημένου και τόσο σοφού φίλου.
Ο Καλογείτονας, σαν να κατάλαβε τη σκέψη της, τη χάιδεψε στο κεφάλι και της είπε:
― Καλή μου νεραϊδούλα. Όποτε θέλεις, θα πετάγεσαι να με βλέπεις. Εσύ άλλωστε, είσαι μια Πετογελούσα! Ενώ για μένα, το ταξίδι μέχρι το μακρινό Νεραϊδοχωριό σου είναι αδιανόητο.

Ο σοφός και η νεράιδα αποχωρίστηκαν απλά και σύντομα χωρίς πολλά λόγια.
― Καλή αντάμωση, Καλογείτονα! Ακριβέ και σοφέ μου Δάσκαλε, είπε η Ακαταλαβίτσα.
― Καλήν αντάμωση, Ακαταλαβίτσα! Μικρή, καλή και σοφή μου Φίλη, είπε ο Καλογείτονας. Να δώσεις τους θερμούς μου χαιρετισμούς και την αγάπη μου στη βασίλισσα Πεσκετόκανα!
Τα τελευταία αυτά λόγια, ο Καλογείτονας τα είπε με ξεχωριστή συγκίνηση.
― Γνωριζόσαστε καλά με τη βασίλισσα; ρώτησε διακριτικά η Ακαταλαβίτσα.
Ο Καλογείτων χαμογέλασε.
― Σχεδόν, όπως και με σένα… Αλλά, θα σου τα πει η ίδια, είπε αινιγματικά ο γέροντας και μπήκε στη σπηλιά του.

*       *
*

Ήταν νωρίς το πρωί.
Η Ακαταλαβίτσα πέρασε γρήγορα πετώντας το Δασάκι των Πουρναριών Με Την Πιτυρίδα και το Δάσος του Αχτένιστου Σκίουρου. Πήρε τη νότια πλευρά του Κρυφόσκεπου ταξιδεύοντας δυτικά. Πέρασε το δάσος με τις Γελαστές Ιτιές και το ποτάμι του Φτερωτού Μέρμηγκα. Μπροστά της φάνηκε το λιβάδι με τα Γαλάζια Χαμομήλια και στο βάθος το Παστελόβουνο. Η νοσταλγία για το αγαπημένο της Νεραϊδοχώρι την έκανε να πετά όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Σε λίγο η Ακαταλαβίτσα παρουσιαζόταν συγκινημένη μπροστά στη βασίλισσα Πεσκετόκανα και στο Συμβούλιο του Νεραϊδοχωριού της.
Η βασίλισσα την αγκάλιασε και τη φίλησε με αγάπη.
― Καλώς μας ήρθες, νεράιδα Ακαταλαβίτσα! είπαν όλες μαζί οι Νεράιδες του Συμβουλίου με μια φωνή.
― Καλώς όρισες, καλή μου! είπε και η βασίλισσα.
Η Ακαταλαβίτσα δάκρυσε.
Σε λίγο, όταν είχαν μείνει μόνες, η Ακαταλαβίτσα μετέφερε στη βασίλισσα τους θερμούς χαιρετισμούς του σοφού Καλογείτονα.
― Έδειξε να σε ξέρει και να σε αγαπάει πολύ, Βασίλισσά μου, είπε με ερωτηματικό ύφος η Ακαταλαβίτσα.
Η Πεσκετόκανα κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας σκεφτική.
Αμέσως όμως άλλαξε θέμα ρωτώντας την Ακαταλαβίτσα πώς πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο στη σπηλιά του Καλογείτονα. Μετά από τη σύντομη αφήγηση της Ακαταλαβίτσας για το χρόνο που πέρασε, η Βασίλισσα είπε με ζωηρή φωνή:
― Για να δούμε τώρα τι έμαθες ένα χρόνο μακριά μας.
Η Ακαταλαβίτσα ένιωσε τρακ.
«Τώρα θα μου αναθέσει μια αποστολή», σκέφτηκε.
Η βασίλισσα, που είχε διαβάσει τη σκέψη της, είπε:
― Σωστά κατάλαβες, καλή μου. Ένας ψαράς βρίσκεται στην ακροθαλασσιά και ζητάει τη βοήθειά μας. Θα πας να τον βοηθήσεις;
― Θα πάω, είπε αποφασιστικά η Ακαταλαβίτσα.
Κι αμέσως, με τη μορφή ενός κατάλευκου γλάρου, βρέθηκε στο πλάϊ ενός γκριζομάλλη ψαρά.
Ο γλάρος είπε στον ψαρά:
«Άνθρωπε καλέ,
άνθρωπε χρυσέ,
για πες μου εσύ τι θέλεις
να δω αν το μπορώ.
Αν το μπορώ και πρέπει
η ευχή μου θα το φέρει.
Αν όμως είναι για κακό
θα φύγω, θα χαθώ!»

Ο άνθρωπος, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του και την καρδιά του να χτυπά δυνατά από τη χαρά του, που οι νεράιδες άκουσαν τις παρακλήσεις του, άπλωσε τα χέρια προς τη νεράιδα Ακαταλαβίτσα και είπε:
― Γλάρε μου χρυσέ, Νεράιδα μου καλή!
Η γυναίκα μου με βρίζει: Ακαμάτη με ανεβάζει και ανεπρόκοπο με κατεβάζει!
Τίποτα δεν της αρέσει και δείχνει να μη με αγαπάει!
Κάνε κάτι να αλλάξει όλο αυτό!

Ο γλάρος-Ακαταλαβίτσα ρώτησε τον άνθρωπο:
― Την αγαπάς τη γυναίκα σου;
Ο άνθρωπος απάντησε:
― Έτσι όπως είναι σήμερα, όχι και πολύ… Αλλά την αγαπάω αρκετά…
Ο γλάρος ρώτησε:
― Όταν παντρευτήκατε ήταν διαφορετική;
Ο άνθρωπος είπε:
― Όχι και πολύ διαφορετική. Ήμασταν όμως νέοι, ερωτευμένοι και…
Ο γλάρος ξαναρώτησε:
― Θέλεις να συνεχίσεις να ζεις με τη γυναίκα σου;
Ο άνθρωπος είπε:
― Θέλω!
― Εκείνη θέλει;
― Ε, έτσι νομίζω. Μπορεί να μου μιλάει άσχημα μερικές φορές, αλλά πιστεύω ότι με αγαπάει…
― Ψαρεύεις κάθε μέρα; ρώτησε η γλαρο-νεράιδα.
Ο άνθρωπος δίστασε για λίγο:
― Ε, σχεδόν… Όταν έχει κακοκαιρία δεν ψαρεύω. Είναι και μερικές μέρες που προτιμάω να μείνω στο σπίτι και να χουζουρεύω στο κρεβάτι μου…
Τότε ο γλάρος, δηλαδή η Ακαταλαβίτσα, είπε με αυστηρό ύφος στον ψαρά:
― Αν θέλεις να αλλάξει όλο αυτό που λες ότι θέλεις να αλλάξει, φρόντισε να αλλάξετε και εσύ και η γυναίκα σου! Εσύ φρόντισε να δουλεύεις περισσότερο και να χουζουρεύεις λιγότερο. Σήμερα θα πιάσεις πολλά ψάρια. Πήγαινε στο παζάρι και πούλα τα. Μετά μάζεψε πολλά όμορφα λουλούδια απ’ το λιβάδι και μόλις πας στο σπίτι σου πρόσφερέ τα στη γυναίκα σου μαζί με όλα τα λεφτά που θα έχεις βγάλει από τα ψάρια.
Αγκάλιασέ την και φίλησέ την.
Να την αγαπάς τη γυναίκα σου.
Να της το δείχνεις και να της το λες όσο πιο συχνά μπορείς.
Θα δεις ότι αν κάνεις ό,τι σου λέω, όλα θα πάνε πολύ καλύτερα.
Γιατί σου το εύχομαι ολόψυχα.
Και να μην ξανακαλέσεις καμιά νεράιδα αν δεν κάνεις ό,τι σου λέω.

Με τα λόγια αυτά, άφησε τον ψαρά σύξυλο και πέταξε μακριά.

Όταν γύρισε στο Νεραϊδοχώρι των Καλών Ευχών, η Ακαταλαβίτσα ήξερε ότι είχε κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει.
Σίγουρη για τον εαυτό της, παρουσιάστηκε μπροστά στο Συμβούλιο και κοίταξε κατάματα με θάρρος τη βασίλισσα Πεσκετόκανα.
Η Νεραϊδοβασίλισσα πλησίασε την Ακαταλαβίτσα και την αγκάλιασε. Την ίδια στιγμή όλο το Συμβούλιο είχε σηκωθεί όρθιο και χειροκροτούσε τη μικρή νεράιδα.
― Τώρα, πραγματικά σε καλωσορίζω στο Νεραϊδοχωριό των Καλών Ευχών, αγαπημένη μου Νεράιδα Πετογελούσα! είπε συγκινημένη η βασίλισσα στην Ακαταλαβίτσα που δεν ήταν πια η μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα αλλά μια δακρυσμένη και περήφανη Σοφή Νεράιδα Πετογελούσα.
Μετά τα συγχαρητήρια και τα χειροκροτήματα, η βασίλισσα είπε με σιγανή φωνή στην Πετογελούσα:
― Ο Καλογείτονας ήταν και δικός μου δάσκαλος. Όταν με είχαν διώξει κάποτε και μένα από το χωριό μας… Όπως και σένα.
Η Πετογελούσα κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τη βασίλισσα Πεσκετόκανα που είχε σκάσει στα γέλια.

Η Πετογελούσα αποδείχτηκε με τα χρόνια μια σοφή, καλόκαρδη και ανοιχτόμυαλη Νεράιδα που άφησε εποχή με τις καταπληκτικές ευχές και τις πολύτιμες συμβουλές που έδινε.

Και μετά από πολλά πολλά χρόνια έγινε και Νεραϊδοβασίλισσα. Αυτό όμως είναι ένα άλλο παραμύθι.
Πάντως όλοι, Νεράιδες, σοφοί γέροντες, άνθρωποι, ξωτικά, νάνοι, ζώα, πουλιά και ψάρια έζησαν καλά. Κι εμείς, εξίσου καλά με αυτούς.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Κωστής Α. Μακρής
Η μικρή νεράιδα Ακαταλαβίτσα
Παραμύθι για την τέχνη των ευχών

Copyright © 2015, Κωστής Α. Μακρής, Kostis A. Makris

Δημοσιευμένο στο διαδίκτυο από το 2010

Αναθεωρημένο τον Δεκέμβριο του 2015

PiozName&EVITA cov 200X135mm 72pi BLOG KAM 18MAY17 LR

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: