//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ

Τα χρηστικά βιβλία και η αθώωση του Γιούρι, Κωστής Α. Μακρής

Τα χρηστικά βιβλία και η αθώωση του Γιούρι

Digital StillCamera

Εικόνα: Εγώ με τον Γιούρι και τον πάνθηρα Μπαγκίρα πάνω στη ράχη της αγριόχηνας Άκα, πετάμε πάνω από την πόλη.

____________________________________________________________

Ο Γιούρι, σκέτο, ήτανε σκύλος και πήρε το όνομά του από τον Ρώσο αστροναύτη Γιούρι Γκαγκάριν, χωρίς να ρωτηθεί. Ο σκύλος εννοώ… Όπως όλα τα μωρά δηλαδή, που κανένας δεν τα ρωτάει με ποιο όνομα φιλοδοξούν να μεγαλώσουν και να κάνουν ό,τι είναι να κάνουν στη μικρή ή μεγάλη ζωή τους.
Το όνομα στο κουτάβι το έδωσε ο μπαμπάς μου. Και για να τιμήσει τον κοσμοναύτη αλλά και για να ακούγεται στη γειτονιά το όνομα εκείνου του τιμημένου “Σοβιετικού Ανθρώπου”. Ήταν τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου αλλά εγώ, τότε, δεν είχα ιδέα γι’ αυτά.
Ο Γιούρι μπήκε ένα Φθινόπωρο στο σπίτι μας, γλιστρώντας στα παρκετόπανα, κατουρώντας και χέζοντας τα φρεσκοστρωμένα χαλιά και κατακτώντας μας όλες και όλους.
Παρ’ όλο που στην αρχή, ως ξανθωπό γλυκο-κουταβο-τουλουμπάκι, ήταν κοινόχρηστος ή, μάλλον, κυνόχρηστος ―για να κάνω ένα φαιδρό κι άχρηστο λογοπαίγνιο― μετά κόλλησε σε μένα. Ή εγώ κόλλησα σ’ εκείνον. Ο μεγάλος μου αδερφός και η κατά πολύ μικρότερη αδερφή μου, μου παραχώρησαν το προνόμιο να παλεύω, να κυνηγιέμαι και να κυλιέμαι μαζί του στο χορτάρι, να με συντροφεύει στα φανταστικά κυνήγια μου στον κήπο ―είχαμε κήπο τότε―, να πηγαίνουμε βόλτες στις άγριες ζούγκλες έξω από το σπίτι, όπου ενέδρευαν σπάνιοι τετράτροχοι βροντόσαυροι και δίκυκλοι τυρανόσαυροι και να του αλλάζω γενικά τα φώτα στο τρέξιμο, στο πάλεμα και στο λιθάρι καθώς, όπως όλα σχεδόν τα σκυλιά, ήταν ιδιαίτερα καλόβολος απέναντι στο αρχαίο κι αθάνατο αγωνιστικό μου πνεύμα.
Ο Γιούρι, μ’ όλο το τραβολόγημα, ήταν εξαιρετικά υπάκουος ο κακομοίρης.
Εκτός από την ώρα του φαγητού του. Εκεί έβγαζε όλα του τα συνδικαλιστικά απωθημένα μαζί με τα άγρια ένστικτα των μακρινών του ξαδερφιών, των λύκων. Που όσο κι αν τους είχα συμπαθήσει από τον Μόγλη, δεν έπαυα να τους θεωρώ ακοινώνητα και άγρια πλάσματα, μακριά από νόμους, θεσμούς και σαβουάρ βιβρ.
Την ώρα που έτρωγε, ο Γιούρι δεν δεχόταν ούτε διαταγές αλλά ούτε και ενοχλήσεις. Έτσι και πήγαινα να παραβιάσω τον κύκλο ασφαλείας, που τον είχε αυθαίρετα ορίσει στο ένα περίπου μέτρο από τη γαβάθα του, άκουγα το τρομακτικά βαθύ γρύλισμά του και έβλεπα τα δόντια του και τα ούλα του. Και μ’ όλο που κάτι ήξερα από δόντια, έχοντας θείο οδοντίατρο, ένα ήταν σίγουρο: δεν μου έδειχνε τα δόντια του για να δω αν ήθελαν σφράγισμα ή αν έπασχε από ουλίτιδα.
Εγώ, πάντως, με τη συμπεριφορά του αυτή την ανυπότακτη, ένιωθα να αμφισβητείται η απόλυτη εξουσία μου πάνω του. Το αρχηγιλίκι μου δεχόταν ταπεινωτικό ράπισμα βλέποντας το κύριο σώμα των πολεμικών μου δυνάμεων να κάνει χρήση ενός προνομίου που δεν του το είχα παραχωρήσει εγώ. Γιατί ο Γιούρι, μέσα στο φουσκωμένο από ιπποτικά και περιπετειώδη αναγνώσματα κεφάλι μου, ήταν ο πιστός μου στρατιώτης, ο ακούραστος υπασπιστής μου, ο πρόθυμος σωματοφύλακάς μου κι ο σοφός μου Μπαγκίρας!
Σαν ένα καθωσπρέπει παιδί της Πέμπτης Δημοτικού, στα καθημερινά μου παιχνίδια μπορούσα να διαλέγω από τα χρηστικά μου βιβλία όποια σελίδα ήθελα. Και με ευκολία άλλαζα το στέμα της Βασιλικής μου εξουσίας μ’ ένα πανάκι-σώβρακο (σαν αυτό του Μόγλη) ή πηδούσα από την εξερεύνηση μιας σπηλιάς (σαν μετενσάρκωση του Τομ Σόγιερ) παρέα με τη γοητευτική  Μπέκυ Θάτσερ, στην ανάληψη της διακυβέρνησης ενός πλοίου, ως Δεκαπενταετής ή έστω Δεκαετής (σχεδόν) Πλοίαρχος.
Μια μέρα, λοιπόν, αποφάσισα να κάνω χρήση της εξουσίας που, ελέω Θεού και οικογενείας, είχα πάνω στον μοναδικό μου υπήκοο.
Θα αποδεικνυόταν όμως μια λάθος κατάχρηση εξουσίας.
Σπρωγμένος από μια πεισματάρικη μαγκιά κι έναν σατραπισμό ―σήμερα μπορεί και να το λέγαμε “μπούλινγκ” αυτό το νταηλίκι―, πήγα να του πάρω τη γαβάθα με το φαΐ και να τον υποχρεώσω να με ακολουθήσει σ’ ένα δεν-ξέρω-ποιο παιχνίδι.
Δεν είχα προλάβει να απλώσω στη γαβάθα του  το χέρι μου, κι ένιωσα τους κυνόδοντές του σαν τανάλια στο μανίκι μου. Έβαλα τις φωνές, τού έριξα μια σφαλιάρα με το άλλο χέρι και με άφησε. Σήκωσα το μανίκι του πουλόβερ και είδα με τρόμο τα σημάδια από το δάγκωμα. Είχε αρχίσει να τρέχει και αίμα.
Έτρεξα πανικόβλητος στο σπίτι ενώ αισθήματα ντροπής κι ενοχής αντιπαλεύανε με τον τρόμο που μου γέννησε το ξάφνιασμα, ο πόνος και το αίμα.
Δείχνω το χέρι μου στη μαμά μου, κι εκείνη μου βάζει τις φωνές:
― Τι του έκανες και σε δάγκωσε;
Ήταν προφανές ότι ήξερε αυτό που εγώ έμαθα πολύ αργότερα: ότι σ’ έναν καβγά, φταίει πάντα ο πιο έξυπνος. Η μαμά μου με θεωρούσε πιο έξυπνο από τον Γιούρι, κάτι για το οποίο εγώ έχω ακόμα τις αμφιβολίες μου…

Άρχισε τότε η άσπλαχνη μητέρα μου να με βασανίζει, να μου ζουλάει το τραύμα, να με μαστιγώνει με τη γάτα με τις εννιά ουρές, να με απειλεί ότι θα με κάψει με το πυρωμένο σίδερο, ότι θα μου βγάλει τα νύχια με την πένσα και ένα σωρό άλλα φριχτά ―που μερικά τα είχα διαβάσει στον “Μικρό Ήρωα” και αλλού― για να ομολογήσω…
Εντάξει, εντάξει…
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε γιατί είχε καταφέρει να με κάνει να χεστώ πάνω μου με μια φράση της:
― Αν έκανες κάτι στον Γιούρι και ντρέπεσαι να μου το πεις, θα μείνεις για πάντα με την απορία αν ήταν πραγματικά τόσο κακό αυτό που έκανες. Κι αυτό είναι χειρότερο από το να μου πεις τι έκανες. Άντε λοιπόν, λέγε…
Υπήρχε κάτι τόσο σιβυλλικό στα λόγια της εκείνα, τόσο ιεροεξεταστικά διεστραμμένο, που με ωθούσε να ξεράσω όλες μου τις ανομολόγητες πράξεις. Κι όχι μόνο εκείνου του μεσημεριού αλλά από κτίσεως Ρώμης.
Και σαν να μη μου έφταναν τα λόγια της μαμάς μου, είχα και τα βιβλία μου να με καταδιώκουν.
Μέσα μου είχε ήδη αρχίσει να ξεφυτρώνει σαν μαγική φασολιά η ιδέα ότι θα μπορούσα κι εγώ, μετά την κακοποίηση του Γιούρι, να μεταμορφωθώ σε κοντοπίθαρο ξωτικό ―σαν τον Νιλς Χόλγκερσον― και να με πάρει στην πλάτη της μια αγριόχηνα σαν την Άκα και να με πάει στον Βόρειο Πόλο ή ―ακόμα χειρότερα― στη Σουηδία. Τότε δεν ήξερα τι είναι πιο κρύο και πιο μακρινό.

Digital StillCamera

Μπροστά στην προοπτική αυτή ―που εδώ που τα λέμε δεν μου φαινόταν και τόσο αποκρουστική― να βρεθώ δηλαδή καβάλα στην Άκα, παρέα με τον Γιούρι και τον Μπαγκίρα, μέτρησα την κατάσταση και ομολόγησα αυθορμύτως· λέω ―ή μάλλον γράφω― “αυθορμύτως” γιατί μυξόκλαιγα κιόλας:
― Τον πείραξα την ώρα που έτρωγε το φαΐ του…
― Ε, είσαι χαζός! έβαλε τα γέλια η άκαρδη μάνα.
Τηλεφώνησε στον μπαμπά μου και μετά από λίγη ώρα πήγαμε μαζί και οι τρεις στον γιατρό.
«Αντιλυσσικό ορό. Οπωσδήποτε!» απεφάνθη εκείνος. Και δεν ήταν το μόνο απαίσιο που ξεστόμισε. Αφού άκουσε τι είχε γίνει, έβγαλε κι άλλη καταδικαστική απόφαση. Για τον Γιούρι αυτή τη φορά:
«Να μου τον φέρετε εδώ. Ευθανασία!» είπε ξερά.
Εγώ δεν ήξερα τι είναι η Ευθανασία. Ήξερα μόνο την Αθανασία, τη συμμαθήτρια του αδερφού μου, τρία χρόνια μεγαλύτερη από μένα, που τη γούσταρα αλλά ήταν πολύ μεγάλη.
Ο μπαμπάς μού εξήγησε. Έβαλα τις φωνές και τα κλάματα. Το φάσμα της σμίκρυνσής μου κι ένα κοπιαστικό ταξίδι με αγριόχηνες μακριά από το σπίτι μου γινόταν όλο και πιο κοντινό. Μαζί με την κόλαση που περιμένει όσους βασανίζουν ζώα. Όπως ακριβώς την περιγράφει ο Άντερσεν σ’ ένα παραμύθι του για ένα παιδάκι που ξερίζωνε τα φτερά από τις μύγες.
Αδιάντροπα και μπροστά στον γιατρό, που έτσι κι αλλιώς δε γινόταν να τον αντιπαθήσω ή να με αντιπαθήσει περισσότερο, δήλωσα:
― Αν πάθει τίποτα ο Γιούρι, εγώ θα φύγω από το σπίτι!
Ο σιχαμενόγιατρος ξαναμίλησε:
― Σκυλί που δαγκώνει το αφεντικό του πρέπει να θανατώνεται! Και πρέπει, μετά, να ελέγξουμε αν είχε λύσσα…
Μου ‘ρθε να του πω «Και ποδήλατο που ρίχνει κάτω το αφεντικό του πρέπει να μαστιγώνεται» αλλά δεν μίλησα. Θυμήθηκα τα λόγια του μπαμπά μου όταν κάτι είχα πει μια φορά για τον “Γιούρι μου”.
«Δεν είναι ο “Γιούρι σου”. Ο Γιούρι είναι του εαυτού του και ζει μαζί μας», είχε πει.
Γύρισα τότε στον μπαμπά και χωρίς να κλαίω αυτή τη φορά, ξαναείπα σιγά:
― Μου είχες πει ότι δεν είμαι το αφεντικό του. Αν πάθει τίποτα ο Γιούρι, εγώ θα φύγω από το σπίτι…
― Και πού θα πας; με ρώτησε ψιθυριστά κι εγώ ήμουνα έτοιμος να θυμώσω πάρα πολύ γιατί ήξερα πότε είναι έτοιμος να γελάσει.
― Στο σπίτι της γιαγιάς! ξεστόμισα την πιο άγρια απειλή μου.
Ο μπαμπάς δεν γέλασε. Κοίταξε τη μαμά και της είπε:
― Μου έδωσε μια ιδέα…, είπε δείχνοντάς με με το πιγούνι του, που είχε αρχίσει να δείχνει αξύριστο γιατί κόντευε αργά το βράδυ.

Κι αν δεν καταλάβατε τι ιδέα είχα δώσει στον μπαμπά, τότε να σας την πω: Ο Γιούρι πήγε στη γιαγιά ―όπου έμεινε μέχρι τα βαθιά του γεράματα― κι εγώ έμεινα στο σπίτι. Και παρ’ όλο που ο Γιούρι ―όπως αποδείχτηκε μετά― δεν είχε λύσσα, εγώ έκανα αντιλυσσικό ορό και έχασα κι ένα σωρό μπάνια στη θάλασσα το καλοκαίρι.
Τον Γιούρι τον έβλεπα όποτε πήγαινα στης γιαγιάς και παίζαμε όπως παλιά. Το φαΐ του, εννοείται, δεν του το πείραξα ποτέ ξανά.
Όμως, για ένα πράγμα χαίρομαι μέχρι σήμερα: Που κάποια πολύ χρήσιμα βιβλία έβαλαν τόσο αποτελεσματικά τις σελίδες τους ―γιατί τα βιβλία δεν έχουν χέρια ― στην αθώωση του Γιούρι.

Κωστής Α. Μακρής

Απρίλιος 2015

Πρώτη δημοσίευση: Bonusmallmagazine, Τεύχος 37, Μάιος 2015

 

PiozName&EVITA cov 200X135mm 72pi BLOG KAM 18MAY17 LR

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: