//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ

Τα εξημερωμένα αγριολούλουδα, Κωστής Α. Μακρής

EXHMERWMENA AGRIOLOULOUDA 08mart15

Από τα δώδεκά μου χρόνια, άκουγα υποχρεωτικά τα κείμενά του.

Δεν είχε παιδιά και σχεδίαζε την εικόνα μου φορτώνοντάς την με όλα τα πορτρέτα που ήθελε να βλέπει. Η καλοπροαίρετη ματαιοδοξία του πρόβαλλε σ’ αυτό που του υποσχόμουν χωρίς εγώ να το βλέπω, μελλοντικούς συγγραφείς, ζωγράφους, ποιητές, ηθοποιούς, μουσουργούς και άλλους καλλιτέχνες που έμελλαν να δοξαστούν.
Μου διάβαζε φωναχτά, μετά έβηχε και μετά μου χαμογελούσε σαν οδοντίατρος ―που ήταν― μετά από μια πετυχημένη και σχετικά ανώδυνη εξαγωγή προβληματικού γομφίου.
Τον αγαπούσα. Κάπως πιο γαστριμαργικά απ’ όσο μ’ αγαπούσε εκείνος καθώς, γνωρίζοντας την προτίμησή μου στις υλικές ηδονές, φρόντιζε να έχει πάντα τα αγαπημένα μου γλυκά, κρακεράκια και τσιπς κάθε φορά που θα πήγαινα στο σπίτι τους. Αργότερα έμαθα ότι ήταν δική του η πρωτοβουλία να υπάρχουν τέτοια καλούδια στη διάθεσή μου κι όχι της θείας μου, όπως νόμιζα για χρόνια. Ήταν μάλλον η χαρά μου να τα βρίσκω και να μασουλάω κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι τους που με έκανε να ανέχομαι τα πνευματικά πρόσφορά του, που η γεύση τους δεν μου προκαλούσε καμιά προσμονή.

Πήγαινα συχνά εκεί.
Ήταν κοντά στο πατρικό μου σπίτι το σπίτι και ιατρείο του. Και πολλές φορές πήγαινα αμέσως μετά το σχολείο, έχοντας συνεννοηθεί απ’ το πρωί με τους δικούς μου.
Με υποδεχόταν πάντα με ένα σκυθρωπό χαμόγελο σαν να είχα αργήσει σε μια προσυμφωνημένη συνάντηση. Πολλές φορές με την άσπρη μπλούζα, έχοντας μόλις τελειώσει από ένα ραντεβού στο οδοντιατρείο.
Η θεία μου με αγκάλιαζε και με φιλούσε, εκείνος λίγο απόμακρος.
Μέχρι να με στριμώξει στο γραφείο του για το «μάθημα». Εγώ το έλεγα έτσι. Εκείνος δεν μου έκανε μάθημα ποτέ, για οτιδήποτε. Ρωτούσα, απαντούσε. Αν ήξερε. Αν δεν ήξερε έλεγε «Θα το ψάξω» ή απλά «Δεν ξέρω».
Αν δεν του ζητούσα πληροφορίες, δεν έκανε επίδειξη γνώσεων. Μόνο μου διάβαζε. Μου διάβαζε πολύ, πολλά. Αφού μου διάβαζε ό,τι είχε να μου διαβάσει, έλεγε: «Τα δικά σου, τώρα».
Κι εγώ του έδειχνα τις άγριες εικόνες που πεζογραφούσα στις τερατικές αποδράσεις μου από τα σχολικά διαβάσματα. Πάντα πήγαινα εκεί μ’ ένα πλαστικό ντοσιέ, που μου είχε χαρίσει εκείνος, μέσα στη σάκα μου, όσο πήγαινα σχολείο. «Μην τα χαλάς με τα ιδρωμένα χέρια σου. Κάποια στιγμή θα έχουν αξία. Και δεν εννοώ οικονομική…»
Με παρότρυνε να μην πετάω και να μη χαλάω τα έργα μου. Ακόμα και τα πολύ πρώιμα.
Εκείνος θαύμαζε τις εικόνες μου και κάτι μικρές φράσεις που τις συνοδεύανε κι εγώ θαύμαζα περισσότερο τον τρόπο που ανακτούσε την αναπνοή του, μετά από κάθε παροξυσμό βήχα, παρά τα κείμενά του.

Τα τρία τελευταία χρόνια έβηχε, παραληρούσε και έγραφε.
Έγραφε πολύ. Έγραφε πολλά. Κι όλα μέτρια. Ούτε καν πολύ κακά, σαν κάποιων γραφιάδων που βγάζουν και λίγο γέλιο με την ιλαροτραγική τους αδεξιότητα.
Πολλές φορές όμως μου διάβαζε αποσπάσματα μεγάλων συγγραφέων και ποιητών. Και αφού μου διάβαζε σελίδες από μυθιστορήματα ή ποιήματα και διηγήματα, μετά τα σχολίαζε. Και τότε γινόταν σπουδαίος. Η κριτική του ματιά είχε γνώση, διεισδυτικότητα και γενναιοδωρία. Μετά πάλι, γυρνούσε στα δικά του κι εγώ, μεγαλώνοντας, αναρωτιόμουν: «Μα δεν την καταλαβαίνει τη διαφορά;»
Τον αγαπούσα όμως πολύ και έδειχνα ψεύτικο ενδιαφέρον και θαυμασμό για τις ελαφριές φράσεις του που επέπλεαν στις πυκνογραμμένες σελίδες του σαν άγευστα κρουτόν σε άνοστη σούπα.

Η θεία μου, που συνήθως καθόταν αμίλητη κοντά μας και ή διάβαζε ή έπλεκε ή καθάριζε φακές ή μπάλωνε καμιά κάλτσα, με κοίταζε πότε πότε μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο αγάπης και συμπόνιας. Σπάνια ήταν ανοιχτή η τηλεόραση κι αν ήταν, ο ήχος χαμηλωμένος ίσα που ν’ ακούγεται.
Εγώ δεν την κοίταζα στα μάτια αλλά μετρούσα τις καστανές φακίδες στα γεμάτα ευφυία και χάδια χέρια της.
Ήταν πολύ έξυπνη για να πληγώσει την αγάπη τού θείου μου και έτσι δεν του έκανε κριτική. Εκείνος την αγαπούσε πολύ για να στερηθεί τα χέρια της και τα χάδια της, παραμελώντας την για έναν άγονο αγώνα εκπόρθησης των κάστρων της υψηλής λογοτεχνίας.

Και έτσι, αγαπημένοι μεταξύ τους, θαυμάζαν εκείνα που είχαν κατακτήσει: τα μάτια ο ένας του άλλου.
Χωρίς φθόνο για τις απάτητες ―από τους ίδιους― άλλες κορυφές.

Κάποια φορά, σε μια υποδοχή με αγκαλιά της θείας μου και με την ταυτόχρονη αυστηρή παρατήρηση του θείου μου: «Γιατί είσαι αχτένιστος; Πώς κυκλοφορείς έτσι;», η θεία μου μου είχε πει κρυφά, την ώρα που πήγα στην κουζίνα για να της ζητήσω κάτι, δεν θυμάμαι τι:
― Μην τον ξεσυνερίζεσαι. Δεν είναι αγριάνθρωπος. Αγριολούλουδα είμαστε. Κι αυτός κι εγώ και όλοι μας. Και μια ζωή παλεύουμε να εξημερωθούμε. Μη νομίζεις ότι του είναι εύκολο. Γιατί τα ξέρει τα στραβά του…
Και με το χέρι της μου χάιδεψε τα μαλλιά, στρώνοντάς τα κιόλας. Σαν να με χτένιζε.
Τότε είχα καταλάβει τα μισά από τα λόγια της.

Μια εβδομάδα μετά τον θάνατό του, η θεία μου με κάλεσε και μου έδωσε έναν φάκελο με το όνομά μου επάνω. Αναγνώρισα τη γραφή του θείου μου.
«Το βρήκα στο συρτάρι τού γραφείου του. Όπως βλέπεις, είναι για σένα…» είπε η θεία μου με χαμόγελο όχι θλίψης, ούτε συγκίνησης. Ήταν εκείνο το παλιό, συνένοχο: «Ποιος ξέρει τι θα σε βάλει να διαβάσεις ακόμα».
Λυπήθηκα και ντράπηκα που η πρώτη μου σκέψη ήταν παρόμοια με το χαμόγελό της.
«Θα τα διαβάσω στο σπίτι», είπα με χαμηλή φωνή.
Φοβήθηκα μήπως δεν κρυφτεί ο φόβος τής πλήξης που θα μου προκαλούσαν, για μια ακόμα φορά, τα γραφτά τού θείου.
«Δικά σου είναι… Όπου θέλεις διάβασέ τα», μου απάντησε με χαμόγελο, επειδή τίποτα δεν της ξέφευγε.

Μετά από ώρες, βράδυ πια, άνοιξα τον φάκελο κι άρχισα να διαβάζω. Ένα άρωμα από ξεραμένο χαμομήλι, φασκόμηλο και λεβάντα ξεπήδησε μέσα από τις καθαρογραμμένες χειρόγραφες σελίδες με τα όμορφα πλαγιαστά γράμματα.
Στην πρώτη σελίδα ήταν ο τίτλος:
«Κριτικές σημειώσεις για τα “Εξημερωμένα αγριολούλουδα”, το πρώτο μυθιστόρημα του Ε. Α.»
Περιττό να σας πω πόσο ξαφνιάστηκα και αγριεύτηκα.
Ε. Α. ήταν τα αρχικά μου και συχνά με κορόιδευε γι’ αυτά και γελούσαμε.
«Ελληνική Αστυνομία», «Ειδικές Αποστολές» «Έφιππος Αγγελιοφόρος» και κάτι τέτοια ήταν τα πιο σαχλά κι ανώδυνα· και τα άκουγα από παιδί με συγκατάβαση.

Προχώρησα στη δεύτερη σελίδα. Μετά από μια εισαγωγή στην οποία έπλεκε το εγκώμιο για τη θριαμβευτική εμφάνιση του Ε. Α. στα ελληνικά γράμματα, προχωρούσε στην περίληψη και μετά σε έναν στιβαρό και τεκμηριωμένο έπαινο για ένα μυθιστόρημα που δεν είχε γραφτεί ακόμα.
Με ανάλυση της υπόθεσης και της πλοκής, χωρίς όμως και να αποκαλύπτει το τέλος ― για να μην εμποδίσει την εμπορική επιτυχία τού βιβλίου “μου”. Με θαυμασμό για τη γλώσσα ― «που όμως δεν σκόνταφτε σε ύφαλους και σκόπελους λεξιλαγνείας, ιδιωματικού λόγου και εκζήτησης».
Με αναφορά στους χαρακτήρες και στη δομή που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον «χωρίς όμως να θυσιάζει στην “εμπορικότητα” τους υψηλούς λογοτεχνικούς στόχους που έχει εξαρχής θέσει ο πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας».
Δηλαδή εγώ.

Το ίδιο βράδυ ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα.
«Τα εξημερωμένα αγριολούλουδα».
Ακολουθώντας πιστά τη γραμμή τής κριτικής τού θείου μου.


Κωστής Α. Μακρής
_________________________________________________________________________________________
Το διήγημα «Τα εξημερωμένα αγριολούλουδα», του Κωστή Α. Μακρή,  δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κλεψύδρα, Τεύχος 7, τον Νοέμβριο του 2014
_________________________________________________________________________________________

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: