//
you're reading...
Ο Πιοζ Νάμε

ONOMATOΠΟΙΪΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ στον Πιοζ Νάμε, του Αλέξανδρου Ακριτόπουλου, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

ΟΝΟΜΑΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ

ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΑΙΔΙΚΟ-ΕΦΗΒΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αλέξανδρος Ν. Ακριτόπουλος
Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, ΤΕΥΧΟΣ 106, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2012

PIOZ NAME SYNTHESH 50X35cm 21FEBR15 72pi

Η των κυρίων ονομάτων επίσκεψις, ήτοι ο προβληματισμός γύρω από την ονοματοποιία1 των ηρώων του κόσμου των μυθοπλασιών, αποδεικνύεται εξόχως ενδιαφέρουσα για τον ερευνητή, γιατί σχετίζεται με τη μυθοποι­ητική φαντασία και κατά συνέπεια αποκαλύπτει μυστικά της γραφής και απο­κωδικοποιεί τις σημασιολογικές δομές των λογοτεχνημάτων. Το όνομα ενός ήρωα, όταν υπάρχει, βρίσκεται στο λογοτεχνικό κείμενο (είτε στον τίτλο είτε στο κύριο μέρος του κειμένου) και κατά συνέπεια αποτελεί μέρος των συστα­τικών συμβάσεών του.

Σε παλιότερη μελέτη μας για τα ονόματα των ηρώων σε σχέση με τη μυθο­ποιητική φαντασία του δημιουργού στο λαϊκό παραμύθι διακρίναμε τρεις κα­τηγορίες κατονομασίας, έχοντας ως κριτήριο τη σημασία της λέξης-ονόματος του ήρωα σε σχέση με το συνολικό πλαίσιο σημασίας του κειμένου, όπως αυτή παράγεται κατά τη σύνθεση ενός παραμυθιού από τη μυθοποιητική φαντα­σία του δημιουργού του2. Όμως και στο παιδικό μυθιστόρημα Παραμύθι χω­ρίς όνομα της Π. Δέλτα που αποτελεί αφήγημα μυητικής δομής, παραμυθικής πλοκής και θεματικής, η ονοματοποιία ακολουθεί τις ποιητικές συμβάσεις του παραμυθικού γένους. Ο τρόπος της μυθοπλασίας που επιλέγει η συγγραφέας εκκινεί από τη σύγχρονη πραγματικότητα, γι’ αυτό και παρωδεί το παραδο­σιακό παραμύθι, και ωθεί τη γραφή της, κατά συνέπεια και τη διαδικασία της ονοματοποιίας της, προς νέους τρόπους λογοτεχνικότητας, όπως ο Θερβά­ντες παρωδεί στον Δον Κιχώτη του το ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα. Πα­ρόμοια και με παραδειγματικό τρόπο φαίνεται πως λειτούργησε και η μυθο­ποιητική φαντασία ενός σύγχρονου λογοτέχνη, του Κωστή Α. Μακρή, όπως θα δείξουμε παρακάτω.

***

Στο μυθιστόρημά του Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες, η ονοματοποιία των χα­ρακτήρων αποτελεί σταθερό στοιχείο ποιητικής και αδιάψευστο τεκμήριο δια­λογικότητας, με την έννοια της διαλογικότητας του μυθιστορηματικού λόγου στον Μιχαήλ Μπαχτίν3. Το ενδιαφέρον, η πρωτοτυπία, όσο και ο ρεαλισμός της, προκύπτουν από την τεχνική της ετυμολογικής διαφάνειας των ονομάτων, η οποία εκκινεί από τη φωνητική πραγματικότητα λέξεων και φράσεων της καθημερινής μας γλώσσας, και αποτελεί ένα μωσαϊκό από ψηφίδες αποκρυσταλλώματα καθημερινής σοφίας, σχόλια της καθημερινότητας και των αν­θρώπινων σχέσεων που συνδυάζουν την ειρωνεία με την οικειότητα, το κοινω­νικό με το πολιτικό, το ατομικό με το συλλογικό στοιχείο, συνθέτοντας έτσι μια ιδεολογία που υπονομεύει δημιουργικά την υφιστάμενη κοινωνική τάξη, χωρίς τη μεγαλοστομία της διαμαρτυρίας ή την υπερβολή της διαφήμισης.

***

Πιο πολύ απ’ όλα, το όνομα του αστυνομικού επιθεωρητή (Σιγάμης Δε­ντόβρος) είναι αυτό που κάνει τον αναγνώστη να γελάσει ειρωνικά. Όχι για­τί τα άλλα δεν εμπεριέχουν κάποια μικρή ή μεγάλη δόση ειρωνείας, στοι­χείο της γραφής του Μακρή, αλλά γιατί κάθε φορά το συμβολικό του νόημα –όχι τόσο το προερχόμενο από την ετυμολογική του σημασία (από τα Σι­γά+μη+ς+Δεν+το+εύρω+ς), που και αυτό όπως φαίνεται συμβάλλει άμεσα στην ειρωνική σύλληψη της προσωπογραφίας του επιθεωρητή– αλλά επειδή διαψεύδει τις ελπίδες του αναγνώστη και έτσι διαψεύδεται και ο ίδιος από τα πράγματα: διαψεύδει την προσπάθειά του ως χαρακτήρα να δράσει αποτε­λεσματικά και διαψεύδεται από τα πράγματα που κάθε φορά τον ξεπερνούν, γιατί δεν τα υπολογίζει καλά, ενώ θα έπρεπε. Η ειρωνική σύλληψη του ετυ­μολογικά παρόμοιου ονόματος ενός γάτου (Κινατόβρης, από τα [ε]Κεί+να+ το+εύρεις ) είναι εμφανής για έναν δυσκίνητο γάτο που όλο ξαπλώνει και επι­θυμεί να τα έχει όλα μπροστά του, χωρίς να κάνει βήμα, έναν γνώριμο γάτο οποιασδήποτε κατοικίας και συμβολισμό μιας έκρυθμης αλλά και επικίνδυνης ραστώνης.

***

Τη θεωρητικοποίηση του θέματος της ονοματοποιίας καταθέτει ο ίδιος ο συγ­γραφέας, με αναφορά στα ονόματα των ζώων στο έργο του: «Τα ονόματα που έδινε στις λατρεμένες της γάτες η κυρία Εγομόνη ήταν ακόμα πιο περίεργα και πιο εκκεντρικά από την εμφάνισή της, τους τρόπους της και τις παρά­ξενες ικανότητές της – που ξεφεύγουν από κάθε περιγραφή»4. Επομένως, τα ονόματα των ζώων, των γατιών εν προκειμένω (η Τρεχατόρα = τρέχα τώρα, η Σοπακιάκου = σώπα κι άκου, η Αλουκίτα = αλλού κοίτα, ο Κινατόβρης = ’κεί να το εύρεις, η Μπεζμέσα = μπες μέσα), σχετίζονται και συγκρίνονται στο κεί­μενο με την ηρωίδα Εγομόνη, με την εξωτερική της εμφάνιση, τους τρόπους της, τις ικανότητές της. Αυτός είναι ο πιο εμφανής και γενικευμένος τρόπος ονοματοποιίας στο έργο: το όνομα του χαρακτήρα (του προσώπου ή του ζώου ή του αντικειμένου) αποδίδει σ’ αυτόν έναν γενικό αλλά ουσιαστικό χαρακτη­ρισμό, που σημαίνει: εγκαθιστά μια αιτιολογημένη, μια ποιητική σχέση, και ως εκ τούτου αποκτά συμβολική αξία για το συνολικό νόημα του κειμένου5, και τελικά υπηρετεί με το συμβολιστικό νόημα αυτό το μυθιστόρημα ως έργο τέ­χνης. Ταυτόχρονα όμως μέσα στο κείμενο τα ονόματα αποτελούν σχόλια της καθημερινότητας και των ανθρώπινων σχέσεων που αναπαριστούν και έτσι συνδυάζουν την ειρωνεία με την οικειότητα, το κοινωνικό με το πολιτικό, το ατομικό με το συλλογικό στοιχείο, συνθέτοντας με τον τρόπο αυτόν μια σκέ­ψη και συνακόλουθα μια ιδεολογία που υπονομεύει δημιουργικά την αναπα­ριστάμενη κοινωνική πραγματικότητα χωρίς τη μεγαλοστομία της διαμαρτυ­ρίας ή την υπερβολή της διαφήμισης. Και από την άλλη, επειδή ο συγγραφέας απευθύνεται σε νεανικό κοινό, στοχεύουν να διαπλάσουν ψυχοπνευματικά ωριμότερους και πιο προβληματισμένους αναγνώστες.

Καθώς προάγεται η πλοκή του μυθιστορήματος, τα ονόματα προσαρμόζο­νται κάθε φορά στο νόημα του κειμένου, στον χρονότοπο που διαφοροποιείται κάθε φορά από τα συμφραζόμενα. Ώστε κάθε πτυχή του θέματος της ονοματο­ποιίας έχει ένα μοναδικό και κυρίαρχο κριτήριο που καθορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο των ονομάτων: το συνολικό νόημα του κειμένου ως λογοτεχνικού είδους. Ο [Μπαρούμας] Δαβακίας λόγου χάριν, επώνυμο του ασυρματιστή του πλοίου του καπετάνιου Τράμου Ντάνα (από το ιταλικό tramontana= θυελλώ­δης βοριάς) αποτελεί αναγραμματισμό του ονόματος του ποιητή Νίκου Καβ­βαδία, του ποιητή-ναυτικού, ο οποίος και στο κείμενο χαρακτηρίζεται «στοχα­στικός» και «φιλόσοφος», κι ακόμη «ποιητής», μέσα από το διάλογό του με τον πρωταγωνιστή-ήρωα Πιοζ Νάμε, τον οποίο μυεί στη ζωή.

Παραθέτουμε κατάλογο των ονομάτων:

➣ Πούντα Γρόσα (πόλη-λιμάνι) < Πού είναι τα γρόσια;
➣ Πέρα Κότα (οδός) < Τέρα κόττα
➣ Αλασάρμη (περιοχή) < άλας άρ(λ)μη
➣ Πιοζ Νάμε Θαλερός (ο πρωταγωνιστής ήρωας) < Ποιος να είμαι; / [Αρχη­γός των Γάτων και των       Φιδιών] / Πιοζ Νάμε Δρυάδης / [Προστάτης των Δασών, των Φυτών και όλης της Γης]
➣ Εγομόνη Μουπάντα (η πρωταγωνίστρια ηρωίδα) < Εγώ, μόνη μου πάντα
➣ Τίνα Μεθέλη (η υπηρέτρια) < Τι να με θέλει;
➣ Τρεχατόρα (γάτα) < Τρέχα τώρα…
➣ Σοπακιάκου< Σώπα κι άκου…
➣ Αλουκίτα (γάτα) < Αλλού κοίτα…
➣ Κινατόβρης (γάτα) < (Ε)κεί να το ’βρεις…
➣ Μπεζμέσα (γάτα) < Μπες μέσα…
➣ Ελίκωπας (λόφος)
➣ Τίμος Νιάξιος (όνομα προσωπικού οδηγού) < Τιμόνι άξιο!
➣ Πάνος Μουπάντας (ο σύζυγος της Εγομόνης)
➣ Σιγάμης Δεντόβρος (αστυνομικός επιθεωρητής) < Σιγά μη δεν το ’βρω!
➣ Τομπιάνος (αστυνομικός) < Τον πιάνω!
➣ Ιμεγός (συμμαθητής) < Είμαι εγώ!
➣ Οποσίπα (συμμαθήτρια) < Όπως είπα…
➣ Πεσκιάλα (συμμαθήτρια) < Πες κι άλλα…
➣ Πιόκας Λαμαζής (παλιός φίλος της Εγομόνης) < Πιο καλά μαζί…
➣ Αμφιλύκη (νεράιδα, νησί)
➣ Οφιούντα (νησί) < όφις
➣ Οφιμέδοντας ο Μαγικός / Ερπετοκράτης ο Αρχαίος / Μάγος
➣ Μπερνάρ ο Σκληροτράχηλος (κύριος συνεργάτης στην απαγωγή του παιδιού)
➣ Μυρμήγκι (νησί)
➣ Σακολέβας (ο «ήμερος» δεσμοφύλακας)
➣ Μακαράς (ο «άγριος» δεσμοφύλακας)
➣ Γοβιός (ψαράς)
➣ Βαθιώ (βάρκα)
➣ Μαΐστρος (ψαράς)
➣ Πουνέντης (ψαράς)
➣ Βάρδιας (ψαράς)
➣ Ρόδινο Σπιτικό (σπίτι)
➣ Τράμος Ντάνας (καπετάνιος) < tramontana (= θυελλώδης βοριάς)
➣ Κολουμβρία (χώρα κοντά στον Ισημερινό) < Κολομβία
➣ Ανακόντη (πόλη της Κολουμβρίας)
➣ Κορανέλας (ποταμός της Κολουμβρίας)
➣ Ισίδωρος Πελαγίτης (πατέρας του Πιοζ Νάμε)
➣ Λαμπιτώ Αλικράτη (μητέρα του Πιοζ Νάμε)
➣ Δόλιχος (βουνό)
➣ Ιμερτή Πελαγίτη (θεία του Πιοζ Νάμε)
➣ Πόρφη (πλοίο του Τράμου Ντάνα)
➣ Κούρος Συβότης (β΄καπετάνιος) < Κούρο Σίβο
➣ Πεζόμαχος Σκοπελίτης (λοστρόμος)
➣ Πεζόμαχος Σκόπας (λοστρόμος)
➣ Ακέτυλος Σάλικος (γιατρός) < Ακετυλοσαλικιλικό (οξύ)
➣ Μιμπατής Αμφήκης (συμμαθητής) < Μην πατείς
➣ Ανθοκάπαρη (νησί) < Ανθός καρπός
➣ Ευρυπέλαγος < Ευρύ πέλαγος
➣ Σφοντύλω
➣ Λούλης
➣ Καντηλίτσα (οδός)
➣ Διαμήκης (ποταμός της Πούντα Γρόσια) < Διά μήκος
➣ Απόπτης (κορυφή του Δόλιχου) < Από όπτης (όποπα)
➣ Κυπάρισσος (χωριό στον Δόλιχο)
➣ Οξύβελος (δάσος στον Δόλιχο)
➣ Καλλίστη (το νησί Οφιούντα)
➣ Ποπόκα-Λίβα (χωριό μέσα στη ζούγκλα της Κολουμβρίας) < Πω, πω, κα­λύβα!
➣ Πάραπι-Σοβλέπο (αρχηγός του χωριού Ποπόκα-Λίβα) < Παραπίσω βλέπω…
➣ Λύκιος Ανωθώρης (αρραβωνιαστικός της Ιμερτής) < Άνω θωρώ
➣ Φτελιά (χωριό)
➣ Σιγανή Σωπασή (γυναίκα του ξενοδόχου) < Σώπα εσύ
➣ Δωράτος
➣ Πλευροτήγανος (πελάτης της ταβέρνας) < Πλευρό τηγάνι
➣ Μαρμάρω Σωπασή (κόρη της Σιγανής)
➣ Δρύοψος (πατέρας του Πιόζ Νάμε) < Δρυς όψη (όποπα)
➣ Κυανελάτη (μητέρα του Πιόζ Νάμε) < Κυανή Ελάτη
➣ Κλάδης (ξάδελφος της Μαρμάρως) < Κλαδί
➣ Σούλφιος Αμίδας (γιατρός) < Σουλφαμιδόσκονη
➣ Μπαρούμας Δαβακίας (ασυρματιστής) < Καββαδίας
➣ Μήτας Αμφήκης (αστυνομικός) < Μη τας Α(μ)φήκεις…
➣ Δικαιάρχης Λεγάτος (δικηγόρος) < Δίκαια άρχω Legatus (= ο σύμβουλος)
➣ Τίτος Μιστίλος (ναυτικός στην Πόρφη) < Ναυτίλος
➣ Ρούβος Σωπασής (ξενοδόχος)
➣ Κορυθαλία (πόλη)
➣ Μελιτίνα (ζαχαροπλαστείο)
➣ Χρυσό Κολίμβριο (εστιατόριο)
➣ Ιωσηφίνα
➣ Βικτωρία
➣ Κορνηλία
➣ Μινίνα Ιδεθέα < ίδε θέα
➣ Αστρομέδα (πόλη-λιμάνι)

***

Στο αστυνομικής πλοκής αυτό εφηβικό-νεανικό μυθιστόρημα, ο παντογνώ­στης αφηγητής αποκαλύπτει τα πράγματα της ιστορίας με φειδώ και τέχνη. Το κουβάρι ξετυλίγεται αργά, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λε­πτό, και τόσο σιγά που «αγανακτεί» ο αναγνώστης. Ωστόσο, δεν τον αποθαρ­ρύνει. Σιγά αλλά σταθερά και κυρίως δραματικά τον οδηγεί προς τη λύση του μυστηρίου της απαγωγής του οχτάχρονου αγοριού. Με στόχο την αμείωτη ένταση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, οι πληροφορίες δίνονται από τον αφηγητή, με εστίαση σε όλους τους σημαντικούς χαρακτήρες της ιστορίας. Ο αφηγητής θα μπορούσε να παραβληθεί με τον μυθικό Άργο τον πολυόμματο. Βλέπει με τα μάτια όλων των προσώπων, ακόμη και των προσωποποιημένων ζώων, τα πράγματα.

Ο συγγραφέας «εκβιάζει», θα μπορούσαμε να πούμε, άγει και φέρει τον αναγνώστη να διαβάσει ως το τέλος το μυθιστόρημα, χωρίς να το αφήσει στιγμή, και αυτό το πετυχαίνει με την τεχνική των λανθασμένων ή μη επα­ληθεύσιμων υποθέσεων από μέρους τού αναγνώστη. Διαβάζοντας το έργο έχουμε πολλές φορές την αίσθηση ότι βλέπουμε ταινία στην τηλεόραση ή θε­ατρικά, επί σκηνής, επεισόδια: και στα λόγια και στις κινήσεις και σε κάθε τι που συνοδεύει την επικοινωνία αυτή. Έχουμε την αίσθηση ότι τα πράγματα λέγονται όπως ενδεχομένως τα έχουμε δει και ακούσει στην οθόνη. Τις εικό­νες, τη μια να διαδέχεται την άλλη. Γι’ αυτό και το έργο είναι όχι μόνον κάτι πνευματώδες στη σύλληψη και την εκτέλεση, αλλά αποτελεί και ένα έξυπνο και υπονομευτικό σχόλιο της καθημερινής μας κοινωνικής πραγματικότητας.

***

Η παραμυθική πλοκή της ιστορίας (η κατάρα του μάγου Οφιμέδοντα και το χρονικό όριο που τίθεται ως απαγόρευση: να μην μπορεί ο μικρός ήρωας, ο Πιοζ Νάμε, να μάθει ποιοι είναι οι γονείς του και να ζήσει σε μια δραματική ορφάνια έως ότου συμπληρωθούν τα οκτώ του χρόνια) καθώς και η δομή της σχετίζονται με τη μυητική αφηγηματική δομή και το μαγικό στοιχείο στο μυ­θιστόρημα. Το υπερφυσικό στοιχείο εμφανίζεται ως η αιτιακή απαρχή αλλά και η αιτιολογημένη κατάληξη-λύση-κάθαρση του μυθιστορήματος. Δίαυλοι του υπερφυσικού αποτελούν οι ψυχικές καταστάσεις, τα όνειρα, οι επιθυμίες των χαρακτήρων-προσώπων. Γι’ αυτό και εντοπίζουμε μια νεράιδα (Αμφιλύ­κη), έναν μάγο (Οφιμέδοντας ο Μαγικός/Ερπετοκράτης ο Αρχαίος/Μάγος), μεταμορφώσεις προσώπων σε δέντρα (Δρύοψος, πατέρας του Πιόζ Νάμε, Κυ­ανελάτη, μητέρα του Πιόζ Νάμε) στην κατά τα άλλα «ρεαλιστική» ιστορία. Το υπερφυσικό στοιχείο λοιπόν συνυπάρχει με το ρεαλιστικό και συνεπικουρείται από το εξωτικό στη μυθοπλασία. Έτσι, θα μπορούσαμε να εντάξουμε τη μυθι­στορηματική αυτή γραφή στον μαγικό ρεαλισμό.

Όμως, εντελώς παράδοξα, τίποτε άλλο δεν δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση του πραγματικού και της καθημερινότητας όσο τα ονόματα προ­σώπων, τόπων και αντικειμένων. Μ’ αυτά ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κό­σμο που φαίνεται οικείος και καθημερινός αλλά και κάπως παράξενος, τόσο αληθοφανής και τόσο πραγματικός ταυτόχρονα. Ιδιαίτερα, με τα ονόματα των χαρακτήρων-προσώπων που ανακαλούν στη συνείδηση του αναγνώστη σκέψεις, συμπεριφορές και ιδέες της καθημερινής μας ζωής, ο συγγραφέας δίνει μια νότα κοινωνικού ρεαλισμού στην ιστορία του.

Η ερωτηματική μορφή (ποιος να ’μαι;) και παράλληλα η υπαρξιακή σημα­σία του ονόματος του οχτάχρονου ήρωα Πιοζ Νάμε προδιαγράφει μια ιστορία αναζήτησης, περιπετειών και εμπειριών προς αναζήτηση του εαυτού του. Η προϊούσα επεισοδιακή κατάκτηση εμπειριών από μέρους του προσδίδει στο αφήγημα μυητικό χαρακτήρα και στον ήρωα τη σταδιακή ωρίμανση. Η ωρί­μανση όμως επέρχεται σ’ ένα μικρό αλλά γεμάτο από περιπέτειες και εμπειρίες χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου αποτελεί ψυχοπνευματική και όχι σωμα­τική ωρίμανση. Η μυητική δομή, όπως και σε άλλα παιδικά-νεανικά μυθιστο­ρήματα6, επιβάλλει μια ουσιαστική και ποιητική –με την έννοια της ποιητι­κότητας και του λυρισμού– ονοματοποιία στις επιλογές του συγγραφέα, ενώ παράλληλα δημιουργεί μια αίσθηση κοινωνικού ρεαλισμού στον αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΑπό τους όρους «ονοματοποιία», «ονοματοθεσία», «κατονομασία», ο πρώτος είναι ο πιο κατάλληλος, γιατί μας παραπέμπει ευθέως στην ποίηση, με την έννοια του «ποιώ», και στην ποιητική, την αναλυτική σπουδή της ποίησης και γενικότερα της λογοτεχνίας, που τη μελε­τά ως σύστημα σημείων.

  1. Αλέξανδρος Ν. Ακριτόπουλος, «Το Ποντιακό παραμύθι: Ονόματα ηρώων και μυθοποιητική φαντασία», στον συλλογικό τόμο Ο ποντιακός ελληνισμός και η παιδεία του. Παρελθόν, πα­ρόν και μέλλον, Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη, 2007, σσ. 347-356.
  2. «Ο λόγος γεννιέται μέσα στο διάλογο σαν η ζωντανή απόκρισή του, και διαμορφώνεται μέσα σε μια αμοιβαία διαλογική δράση με τη λέξη του “άλλου”, στο εσωτερικό του αντικει­μένου (conceptualiser) το αντικείμενό του χάρη στο διάλογο» (Μπαχτίν, Μ., Esthétique et théorie du roman (1978), μτφρ.: Γ. Σπανός, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, Αθήνα, Πλέθρον, 1980, σ. 133).
  3. Κωστής Α. Μακρής, Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2010, σ. 15.
  4. Ο Tzvetan Todorov, στο δοκίμιό του Μίμηση και αιτιολόγηση, διερμηνεύοντας την άποψη του Diderot για τον ποιητικό λόγο, ότι μοιάζει με τα ιερογλυφικά, μας επεξηγεί για την παρουσία και την ποιητική ουσία του συμβόλου: «Ο Diderot ονομάζει ιερογλυφικά εκείνες τις ακολουθίες λόγου που ευθέως μιμούνται το σημαινόμενο πράγμα, ή το σημαίνον είναι η εικόνα του σημαινομένου· σήμερα θα τα ονομάζαμε “αιτιολογημένα σημεία” ή “σύμβολα”», στο: Théories du symbole, Point, Paris, 1977, σ. 166.
  5. Αλέξανδρου Ν. Ακριτόπουλου, «Μύηση και απελευθέρωση στο εφηβικό μυθιστόρημα: ο Δομήνικος του Μάνου Κοντολέοντος», στο: Σύγχρονη εφηβική λογοτεχνία, από την ποιητι­κή της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, επιμέλεια: Μένη Κανατσούλη-Δημήτρης Πολίτης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2011, σσ. 175-188.

 

PiozName&amp;EVITA cov 200X135mm 72pi BLOG KAM 18MAY17 LR

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: