//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ

Για το «Είναι λάθος ή δεν είναι…» της Άννας Ιορδανίδου, Κωστής Α. Μακρής

ANNA-IORD-&-KAM-&-legent-19jan11-LR

Για το βιβλίο της Άννας Ιορδανίδου

Είναι λάθος ή δεν είναι; Ιδού η απορία…
(από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014, 8.30 μ.μ.

Βιβλιοπωλείο Ιανός, Αθήνα, Σταδίου 24

Με την Άννα Ιορδανίδου, γνωριστήκαμε στο τέλος του 2010.
Είχε μόλις εκδοθεί το βιβλίο μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες» από τις εκδόσεις Πατάκη, και είχα ήδη διαπιστώσει ότι πρέπει να βελτιώσω τα ελληνικά μου.
Και έτσι αποφάσισα να παρακολουθήσω το Σεμινάριο της Άννας Ιορδανίδου, για Επιμέλεια και Διόρθωση Λογοτεχνικών Κειμένων, που γινόταν στον Πολυχώρο των Εκδόσεων Μεταίχμιο.
Μέσα από μια καλότυχη συγκυρία, δασκάλα και μαθητής, γίναμε φίλοι.Αιτία; Μάλλον το κοινό μας βίτσιο για τη γλώσσα.

Εδώ δημοσιεύω αυτά τα καθόλου* ακαδημαϊκά που είπα για το βιβλίο της στον Ιανό, Αθήνα, Σταδίου 24, την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ήταν εκεί και μίλησαν για το βιβλίο της Άννας Ιορδανίδου οι, σαφώς επαρκέστεροι εμού, Γιάννης Καλπούζος και Νίκος Σαραντάκος.

———————————————————————————————
(* το «καθόλου» να διαβαστεί με τη σύγχρονη έννοια και όχι με την αρχαϊκή)
——————————————————————————————–


Καλησπέρα σας,

Βρίσκομαι εδώ, στον φιλόξενο Ιανό, για την παρουσίαση του βιβλίου «Είναι λάθος ή δεν είναι» της Άννας Ιορδανίδου, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Αυτό προέκυψε από ένα παιχνίδι της τύχης και, παρόλο που μου αρέσει, δεν φταίω εγώ γι’ αυτό.
Η δασκάλα μου και φίλη μου Άννα Ιορδανίδου το κανόνισε.
Γιατί; Γιατί είμαι, λέει, διπρόσωπος. Νόμισα ότι έκανε ένα λογοπαίγνιο για τον χώρο που μας φιλοξενεί.
Δεν ήταν έτσι όμως.
Είμαι “διπρόσωπος”, λέει, επειδή είμαι και μαθητής και συγγραφέας.
Πώς λέμε «η καλή νοικοκυρά, είναι δούλα και κυρά»;
Ε, καμία σχέση!
Για την πρώτη μου ιδιότητα, αυτή του μαθητή, συμφωνώ μαζί της και είναι μια ιδιότητα που ελπίζω να μην την εγκαταλείψω ποτέ.
Για τη δεύτερη, του συγγραφέα, μμμ…
Το παλεύω. Με κάθε τρόπο και με κάθε βοήθεια…
Ίσως για κάποιες πολύ σημαντικές βοήθειες που έχω πάρει από την Άννα είμαι κι εγώ εδώ σήμερα.
Και επειδή κάθε παρουσίαση ενός βιβλίου, που δεν είναι δικό μας, είθισται να αποτελεί μια καλή αφορμή για να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, δεν θα ξεφύγω από τον κανόνα αυτό.
Αλλά πάντα με τη σκέψη μου στο βιβλίο που μας έφερε απόψε εδώ και στην Άννα Ιορδανίδου, τη φίλη και δασκάλα μου.

Θυμάμαι τα μαθητικά μου χρόνια στο δημοτικό.
Τότε που, πριν ακόμα αρχίσω καλά καλά να γράφω, οι δασκάλες και οι δάσκαλοι πολεμούσαν να μου μάθουν τη γραμματική.
Μετά, πριν ακόμα καταφέρω να μιλάω αρκετά καλά τα ελληνικά της γειτονιάς μου, αρχίσανε να μου μαθαίνουνε και συντακτικό και αρχαία και καθαρεύουσα και όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που μου στερούσαν ώρες από τρεχάλες, παιχνίδια και κυνηγητά με συμμαθητές και ―κυρίως― με συμμαθήτριες.
Αλλά το σχολείο το έχει αυτό το κακό. Ενώ σε φέρνει σε επαφή με τόσο ενδιαφέροντα και ελκυστικά άτομα, όπως ήταν οι περισσότερες συμμαθήτριές μου, σε στριμώχνει μετά για να μάθεις κάτι για το οποίο δεν έχεις καμιά διάθεση ούτε να το μάθεις, ούτε να το αποστηθίσεις, ούτε να το απομνημονεύσεις.
Και  όταν είσαι 10 ή 14 χρονών, σου φαίνεται αφόρητο να χάνεις τον χρόνο σου με μαθήματα όταν μπορείς να κάνεις τόσο διασκεδαστικά πράγματα όπως να παίζεις ή να κυνηγάς και να κυνηγιέσαι με παιδιά του ίδιου ή του άλλου φύλου.

Έχει κι άλλο ένα κακό το σχολείο. Σου δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε καν έχουν περάσει από το μυαλό σου.
Σας ρώτησα εγώ ποτέ αν ο φασίολος είναι δικοτυλήδονος, μονοκοτυλήδονος ή απλά φιλήδονος;
Και στο σπίτι μας ποτέ δεν τρώγαμε φασίολους. Φασόλια τρώγαμε, φασολάκια φρέσκα και φασολάδα.
Σας έδωσα ποτέ την εντύπωση ότι καίγομαι να μάθω ότι λέξεις σαν το παρανάλωμα ονομάζονται προπαροξύτονες; Τι με νοιάζανε εμένα τα διγενή και τα τρικατάληκτα όταν στο διάλειμμα με περίμεναν αγώνες πολύ πιο σημαντικοί από του Διγενή Ακρίτα στα μαρμαρένια αλώνια και της Μπουμπουλίνας με τις τρικάταρτες ―και ποτέ τρικατάληκτες!― φρεγάτες.

Και πέρασε ο καιρός.
Και πριν από κάμποσα χρόνια μού την έδωσε και άρχισα να γράφω.
Και με το που άρχισα να γράφω, άρχισα πολύ να γουστάρω και το γράψιμο και όλο αυτό το ψαχούλεμα που έχει σχέση με τη γλώσσα και το πώς γράφουμε και πώς μιλάμε.
Και το γράψιμο έγινε ανάγκη, έγινε πίεση, έγινε και χαρά.
Άρχισα και να διαβάζω στον εαυτό μου αυτά που έγραφα για να τα ακούω και να κρίνω πόσο στέκουν ή δεν στέκουν.

Και τότε…
Τότε ήταν που ήρθε η εκδίκηση του Παπαθέου.
Ο Παπαθέου ήταν ο Καρπενησιώτης δάσκαλός μου στην τετάρτη δημοτικού, που μοίραζε κλωτσιές επί δικαίους και αδίκους.
Οχ! με στραβοκοίταξε η δασκάλα; Το είπα λάθος; Επί δικαίων και αδίκων είναι το σωστό, μήπως; Ή και τα δύο; Τέλος πάντων…

Ναι, έτσι ήρθε η εκδίκηση του Παπαθέου, ας είναι καλά όπου κι αν είναι… Που μπορεί να έλεγε «σκλια» τα σκυλιά και «αλπές» τις αλεπούδες, μπορεί να μοίραζε κλοτσιές στους άτακτους, ―ασχέτως επιδόσεων στα μαθήματα!― αλλά είχε φανερή αγάπη για τη γλώσσα μας και ήθελε να μάθουμε να μιλάμε όλα τα παιδιά σωστά ελληνικά, ανεξαρτήτως ντοπιολαλιάς. Κι αυτός και πολλοί άλλοι συνάδελφοί του.
Γράφοντας, άρχισα να αναρωτιέμαι.
«Το γράφω σωστά; Πώς πρέπει να το πω αυτό; Πώς γράφεται αυτό;  Πού μπαίνει το κόμμα; Τι θέλω να διαβάσει και να καταλάβει ο αναγνώστης;»
Πάσχιζα να γίνω διορθωτής και επιμελητής τού από μέσα μου αναδυόμενου γραφιά. Έχοντας ήδη, ως γραφίστας, μια μακρόχρονη εμπειρία σύνταξης πολλών κειμένων για διαφημιστικές και εμπορικές χρήσεις. Σαν κι αυτά που υπάρχουν και μέσα στο βιβλίο της Άννας Ιορδανίδου.
Τότε, όπως συμβαίνει συνήθως όταν αρχίζεις να ψάχνεις για πληροφορίες και γνώση, άρχισα να ανακαλύπτω δασκάλους και δασκάλες. Πολλές και πολλούς τους ήξερα ήδη. Ήταν οι συγγραφείς που μου άρεσε να διαβάζω. Οι συγγραφείς που αγαπούσα, που αγαπάω. Και εκείνοι που συνεχώς ανακαλύπτω. Ήταν και το θέατρο, το σινεμά, ο δρόμος.
Κάποιοι άλλοι βρέθηκαν σχεδόν τυχαία στο δρόμο μου.
Μέσα σ’ αυτούς και η, φίλη πλέον, Άννα Ιορδανίδου.
Με τα σεμινάρια επιμέλειας και διόρθωσης λογοτεχνικών κειμένων στο Μεταίχμιο.
Δεν έχω περάσει ποτέ μου το κατώφλι κανενός Πανεπιστημίου και δεν είχα κανενός είδους δέος απέναντι σε μια πανεπιστημιακή δασκάλα.
Και έτσι, μπόρεσα να ανακαλύψω τη δασκάλα και να γίνω πάλι μαθητής.
Αλλά με συγκροτημένα ερωτήματα πλέον.

Όμως, με την Άννα Ιορδανίδου συνέβη αυτό που γίνεται όταν και ο δάσκαλος και ο μαθητής φλέγονται από κοινά μεράκια. Και στην Άννα είδα κάτι περισσότερο από μια δασκάλα ή μια καλά εξοπλισμένη εισηγήτρια ενός καλού σεμιναρίου.
Μαθημένος από τα μεντορικά συστήματα της παλιάς μου τέχνης ―εικαστικά, γραφιστική και τέτοια― είδα τη μαστόρισσα που θα με βοηθούσε, αν όχι να κατακτήσω, τουλάχιστον να εξοικειωθώ καλύτερα με τα εργαλεία μιας τέχνης που εδώ και μερικά χρόνια με έχει κερδίσει δια βίου. Όπως τουλάχιστον ελπίζω και προσδοκώ.
Και είχα δίκιο. Μέσα από τα μαθήματά της, εγώ σκάλιζα την εργαλειοθήκη της και γνωριζόμουν με τα γλωσσικά εργαλεία μου.
Τα δανειζόμουνα, τα έκλεβα, τα αναζητούσα, ήθελα να τα κάνω δικά μου. Μάθαινα και να τα συντηρώ, να τα ακονίζω τακτικά με αδιάκοπη έρευνα και διάβασμα, να τα χαϊδεύω, να τα τακτοποιώ.
Και μέσα από τη χρήση τους, να μαθαίνω τα όριά τους αλλά και την υπέρβαση αυτών των ορίων, να τα κάνω να με βοηθούν σε περισσότερες δουλειές από εκείνες για τις οποίες είχαν φτιαχτεί. Σαν κάτι παλιούς καραβομαραγκούς που με ένα καλοακονισμένο σκεπάρνι μπορούν να κόβουν, να πελεκάνε, να πλανίζουν και να φορμάρουν τα στραβόξυλα. Και να φτιάχνουν το καράβι.
Από παλιά μού άρεσε να παίρνω λέξεις και να τις ανακατεύω, βγάζοντας νέες σούπες, νέες κακκαβιές μέσα από τη γλωσσική κακκάβη μου, και να χαίρομαι τη νοστιμιά της ανατροπής των κανόνων. Κακκάβη, στα αρχαία ελληνικά, σημαίνει χύτρα· στο βιβλίο το είδα, στη σελ. 125, και το βούτηξα για να κάνω φιγούρα στη δασκάλα μου.
Όταν πριν από λίγο καιρό δέχτηκα ένα τηλεφώνημα-πρόσκληση-πρόκληση από την Άννα Ιορδανίδου, για τη σημερινή βραδιά, χάρηκα κι ανατρίχιασα.
Ο λόγος της χαράς είναι προφανής και εξηγήσιμος. Αλλά η ανατριχίλα;
Αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι μια μέρα πριν είχα γράψει αυτό που θα σας διαβάσω τώρα:

Τίτλος: Μια απλή παρουσίαση βιβλίου…
― Και τι σκέφτεσαι να πεις;
― Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο δικαστήριο. Σαν μάρτυρας υπεράσπισης!
― Θα αστειεύεσαι… Μια απλή παρουσίαση βιβλίου είναι…
― Και ποιος θα δικάσει το βιβλίο; Ποιος θα το υπερασπιστεί; Ποιοι είναι οι μάρτυρες κατηγορίας; Ποιοι οι ένορκοι; Ποιος ο εισαγγελέας, η πολιτική αγωγή; Σε προειδοποιώ! Θα υπάρξουν και ψευδομάρτυρες… Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι κάθε παρουσίαση βιβλίου είναι μια δίκη;
― Μα τι λες τώρα; Δίκη ποιανού;
― Του αυτουργού φυσικά… Του συγγραφέα. Και των προθέσεών του. Και του εκδότη. Και των βιβλιοκριτικών. Και του ίδιου τού βιβλίου, βεβαίως! Και όλων των βιβλίων! Κάθε φορά όλων των βιβλίων. Και όλων των αναγνωστών, από την αρχή της ανάγνωσης. Μια τρομερή δίκη είναι κάθε παρουσίαση βιβλίου ή μάλλον κάθε φορά είναι και μια αναθεώρηση όλων των προηγούμενων δικών όλων των βιβλίων. Με εμφανέστατα πολιτικά, ιστορικά και οικονομικά κίνητρα! Και μετά μου λες ότι αστειεύομαι… Εσύ μάλλον θα αστειεύεσαι όταν λες «μια απλή παρουσίαση βιβλίου είναι»… Είναι πολύ πιο σοβαρά τα πράγματα. Διακυβεύεται ο πολιτισμός μας από την έκβαση αυτής της δίκης.

Αυτό το στοιχειώδες αφήγημα το είχα γράψει στις 12 Ιανουαρίου του 2014. Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε η Άννα.

Και να που σήμερα, ενώπιόν σας, αγαπητές και αγαπητοί ένορκοι ―κι ας μην έχετε ορκιστεί―, αγαπητοί δικαστές, αγαπητό ακροατήριο, υπερασπίζομαι ένα καλό βιβλίο για τη γλώσσα μας.

Βέβαια, ομολογώ ότι δίστασα για λίγο όταν μου το πρότεινε η Άννα Ιορδανίδου. Το πρώτο που έκανα ήταν να ρίξω μια γερή κατραπακιά στον φόβο μου. Μετά έπρεπε να ζουλήξω και να στριμώξω στην τρύπα του το αυτάρεσκο παγόνι της ματαιοδοξίας μου, που, όπως κάθε φιγουρατζίδικο πλάσμα, δεν θέλει και πολύ για ν’ ανοίξει τα πολύχρωμα φτερά του και να οικειοποιηθεί κάθε είδους παλκοσένικο.
Κι αφού το ζούληξα καλά καλά, ρώτησα τον εαυτό μου:
«Θα είναι δίκαιος ο έπαινός σου γι’ αυτό το βιβλίο;»
Ναι, απάντησα. Γιατί θυμήθηκα όλους τους παλιούς δασκάλους μου και τις κλοτσιές του Παπαθέου. Κι αυτό το βιβλίο δεν έχει κλοτσιές.
«Θα μπορέσεις, χωρίς μέσα σου ντροπή, να πεις ότι η συγγραφέας έχει παθιασμένα αλλά και αγαθά κίνητρα και καλούς σκοπούς;»
Ναι, απάντησα ξανά. Γιατί θυμήθηκα κάτι ομηρικούς καβγάδες στα σεμινάρια της Άννας Ιορδανίδου. Από τους οποίους πάντα κερδισμένη έβγαινε η γλώσσα μας.
«Θα το σύστηνες ―ή μήπως «συνιστούσες», ε, δασκάλα;― σε ανθρώπους που ξέρεις, σε ανθρώπους που θέλουν να γράφουν και να διαβάζουν καλύτερα ελληνικά;»
Ναι, ήρθε πολύ γρήγορα κι αυτή η απάντηση.

Και μετά από αυτά τα γρήγορα αλλά καθόλου βιαστικά «ναι», να ’με κι εγώ εδώ! Ανάμεσα σε ανθρώπους που θαυμάζω και τιμώ.
Αλήθεια, Άννα… Πώς γράφεται αυτό το «να ’με»; Πάντα με μπερδεύει…
Αλλά… ξέχασα. Τα έχω τα βιβλία σου. Κι αυτό και τα άλλα. Για τα ρήματα, για τη στίξη… Πάντα δίπλα στον υπολογιστή μου, μάρτυρας η γυναίκα μου. Να εκεί είναι. Ρωτήστε την!

Είναι ωραίο να έχεις καλά εργαλεία κοντά σου. Είναι ακόμα καλύτερο να γνωρίζεις τα εργαλεία σου. Και είναι συναρπαστικό να μαθαίνεις τους κανόνες της χρήσης τους. Γιατί όταν τους εμπεδώνεις, έχει ακόμα μεγαλύτερη γοητεία το ξεπέρασμά τους, η υπέρβαση.
Αυτές οι υπερβάσεις των κανόνων είναι που θα φέρουν με τον καιρό νέους κανόνες που κι αυτοί θα ξεπεραστούν από τη ζωντάνια, την ορμή και την αιώνια νεανικότητα της γλώσσας.
Αυτό μου το δίδαξε καλά η Άννα Ιορδανίδου.
Ότι δεν υπάρχουν θέσφατα στη γλώσσα. Δεν υπάρχουν αιώνιες και απαράβατες αλήθειες και κανόνες. Και δεν είναι ιεροφάντες οι ακαδημαϊκοί λειτουργοί της γλώσσας, ούτε πάπες. Επιστήμονες είναι και ερευνητές. Και οφείλουν να έχουν πάντα ανοιχτά τα αυτιά τους στο καθετί που λέγεται και γράφεται. Από τους πεζογράφους και τους ποιητές μέχρι τους ανθρώπους της αγοράς και τους γκραφιτάδες.
Είναι κάτι που λέει και στην πρώτη σελίδα, στην εισαγωγή του βιβλίου της αυτού:
«Αυτός που θέτει την ερώτηση [Σημ. ΚΑΜ: εννοείται του τίτλου «Είναι λάθος ή δεν είναι;»] δεν προσθέτει άλλον ένα γλωσσικό τύπο στον κατάλογο των “ορθών” που πρέπει να απομνημονεύσει αλλά έχει την ευκαιρία να μάθει (ή να το ανακαλέσει στη μνήμη του, γιατί κανονικά αναμένεται να το έχει μάθει στο σχολείο) ότι η ετυμολογία ορίζει κατεξοχήν τη γραφή των νεοελληνικών λέξεων, επομένως η σχολική Γραμματική (διαθέσιμη στο Διαδίκτυο) και ένα λεξικό με ετυμολογική πληροφορία (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, επίσης διαθέσιμο στο Διαδίκτυο) αρκούν ― η αναζήτηση του “ειδήμονα” περιττεύει.»

Μοιάζει να αυτοακυρώνεται η συγγραφέας με αυτό το απόσπασμα.
Εμένα όμως δεν με ξεγελάει.
Υπάρχουν κανόνες και νομοθεσίες και συντάγματα για τη γλώσσα. Που όμως δεν γίνεται να τα ξεπεράσεις όλα αυτά αν δεν τα γνωρίσεις.
Και το βιβλίο «Είναι λάθος ή δεν είναι; Ιδού η απορία…» της Άννας Ιορδανίδου, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι ένας καλός σύντροφος και στη γνώση και στην άσκηση της γλώσσας.
Θα το ονόμαζα ― αν και ακούγεται παράδοξο― ένα εγχειρίδιο «Savoir faire» απέναντι στη γλώσσα μας.
Γιατί όπως ακόμα υπάρχουν καλές γυναίκες που τους αρέσει να τους ανοίγει κάποιος σοβαρός άντρας την πόρτα του αυτοκινήτου, να τους λέει ευγενικά «περάστε, παρακαλώ», να τους παραχωρεί τη θέση του στα μέσα μαζικής μεταφοράς, έτσι αρέσει και στη γλώσσα μας να της φερόμαστε καλά.
Δείχνει σεβασμό, ευγένεια και αγωγή αυτό. Δείχνει πολιτισμό. Ίσως και τρυφερότητα και αγάπη. Και σίγουρα καλής ποιότητας νόηση.
Για μένα, οι καλοί τρόποι είναι μια πολύ υψηλή πολιτική αξία και ένδειξη ευφυΐας.
Και το βιβλίο της Άννας Ιορδανίδου μας βοηθάει να είμαστε σεβαστικοί απέναντι στη γλώσσα. Αλλά και στη σκέψη, που η γλώσσα και προάγει και προδίδει. Να τη γνωρίσουμε τη γλώσσα, να την αγαπάμε και να μην την κακομεταχειριζόμαστε.
Είναι ένα καλό βιβλίο, το βιβλίο της Άννας Ιορδανίδου, για πολύ κόσμο· κι όχι μόνο για ειδικούς. Είναι γραμμένο απλά και χωρίς ακαδημαϊσμούς. Διαβάζεται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος, από τη μέση, σε συνέχειες και ακατάστατα. Μπορεί να διαβαστεί σε κουρεία, σε κομμωτήρια, στην πλαζ, σε βουνά και σε λόγγους, σε λεωφορεία και μετρό, σε πάρκα και παιδικές χαρές. Και να ξαναδιαβαστεί. Μπορεί να διαβαστεί από μεράκι, από αγνή παρθένα επιθυμία για γνώση ή με την πρόθεση να κάνουμε  φιγούρα σε φίλους. Υπάρχουν πολλοί σατανικοί τρόποι να συστήσεις σε κάποιον αυτό το βιβλίο. Ειδικά αν είναι έφηβος ή έφηβη με υψηλή μπλαμπλαδική τέχνη, κάτι που κάνει καλό στις σχέσεις. Κι αν, μάλιστα, έχεις πρόγραμμα απεριόριστης ομιλίας στο κινητό.
Έχει μέσα του κομμάτια καλής λογοτεχνίας κι αυτό το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό.
Εύκολες συνταγές όμως δεν έχει. Τις συνταγές τις αφήνει για την αναγνώστρια και τον αναγνώστη. Εκείνη και εκείνος είναι που θα φτιάξουν τη δική τους συνταγή για το πώς θα μάθουν να γράφουν και να μιλάνε καλύτερα ελληνικά.

Εύχομαι, Άννα, να είναι καλοδιάβαστο και πολυδιαβασμένο από πολλές και πολλούς!
Σε ευχαριστώ για όλα όσα μου έμαθες και σε ευχαριστώ πολύ που μου πρόσφερες την ευκαιρία και το προνόμιο να μιλήσω για το βιβλίο σου και να προβληθώ κι εγώ, φωτιζόμενος από τους δυνατούς προβολείς σου.
Ευχαριστώ και εσάς, όλες και όλους, που με ακούσατε υπομονετικά.

Κωστής Α. Μακρής
Πέμπτη, 27 Φεβουαρίου 2014

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: