//
you're reading...
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

ΜΙΑ ΚΑΡΑΜΕΛΑ Κωστής Α. Μακρής 15-12-2011

Κωστής Α. Μακρής

Μια καραμέλα

15 Δεκεμβρίου 2011

 

Σε κάτι παλιά σπίτια, σαν κι αυτό όπου γεννήθηκα, εξέχουν λίγο πιο πάνω απ’ το πεζοδρόμιο κάτι μικρά μπαλκονάκια με περίτεχνα κάγκελα σιδερένια ή μαντεμένια. Με στρώματα μπογιάς ξεφλουδισμένης, που έχουν γίνει κι αυτά μέρος της ανάγλυφης διακόσμησής τους.

Στις γειτονιές της Αθήνας με τ’ αρχαία ονόματα, υπάρχουν ακόμα τέτοια σπίτια· που μπορούν ακόμα να μεταμορφώνουν τις ερινύες σε ευμενίδες, όπου μπορούν ακόμα να βρίσκουν καταφύγιο οι σκιές ανθρώπων που σκότωσαν τον πατέρα τους και ζευγάρωσαν με τη μάνα τους. Κάτι τέρατα δηλαδή που όμως πολύ τους βόλεψαν τους ψυχολόγους των τελευταίων αιώνων.
Μιλάω όμως για κείνα τα μικρά μπαλκονάκια, κάτι παράξενα κλουβιά ποδιών. Ίσα ίσα που χωράνε δυο τρεις άνθρωποι σ’ αυτά. Άντε και καμιά σημαία όταν το απαιτεί η περίσταση.
Είναι κι ένας μεγαλόσωμος άντρας που μέσα από ένα τέτοιο μπαλκονάκι επικοινωνεί με άναρθρες κραυγές με την αγνώριστη γειτονιά του. Δεν ζήτησα να μάθω ποιες ερινύες εξορκίζει, ποιες ευμενίδες καλεί, για ποια και πόσα εγκλήματα εγκαλεί τη μέρα που τον λιάζει.
Τρομάζει η φωνή του η βγαλμένη από ιστορικά έγκατα αμαρτωλής κληρονομικότητας. Κρατάει τα κάγκελα μην τυχόν και ξεφύγουν, μην τυχόν και ξεφύγει άθελά του μέσα σε μια πόλη που τον φοβάται και τη φοβάται.
Βρυχάται σαν πεινασμένο λιοντάρι, σαν φτωχός άνθρωπος, σαν άνθρωπος που έχει όλη την ελευθερία να επιλέξει αν θα βρυχάται μονάχος ή θα σπάσει τα μπαλκόνια και θα ξαμοληθεί στους δρόμους μέχρι να τον μαντρώσουνε. Μέχρι να του απονεμηθεί η δικαιοσύνη των στερημένων της επικοινωνίας.

Το είπα και πιο πάνω. Σε τρομάζει αυτή η αφύσικη, η βροντερή και άναρθρη κραυγή. Εσένα, εμένα. Που διώξαμε την ευθύνη της πόλης και της εκκλησίας του δήμου από πάνω μας, διαλέγοντας μια βολική ιδιωτεία.
Την πόλη όμως δεν την τρομάζει. Μαθημένη είναι αυτή από αρχαία στοιχειά. Τα έθρεψε, τα φιλοξένησε, τα σκότωσε, τα ξαναγέννησε.
Αρχαίο στοιχειό και η γριά, ναι, γριά, διαλέγω να μην την προσβάλλω μ’ ένα ψευδεπίγραφο «ηλικιωμένη κυρία» ή κάτι άλλο πολιτικά ορθό. Είναι μαθημένες οι τέτοιες γριές από τέτοια. Είναι αρχαίες, είναι μόνες, έχουν δει χιόνια πάνω στον Κεραμεικό, στο Θησείο, στην Ακρόπολη. Και πολλές λιακάδες.
Είναι σκυφτή η γριά. Γριά σαν γάμα κεφαλαίο, σαν κρεμάλα και δεν θα ξαφνιαζόμουν αν κατά το σούρουπο έβλεπα να κρέμονται απ’ το λαιμό της ―γιατί μόνο με το σούρουπο γίνονται φανερά τέτοια πράγματα― αν έβλεπα ένα γιορντάνι από μορφές κρεμασμένες στο λαιμό της, καταδικασμένες από ανείπωτες κρυφές και τελεσίδικες κατάρες, κάτι σαν «άει στα κοράκια, τσανακογλείφτες» ή «π’ ανάθεμά σας, καθάρματα, πού μας καταντήσατε».
Ο έγκλειστος του μπαλκονιού βγάζει ήχους παράξενους, απειλητικούς σχεδόν, ανεμίζουν τα τεράστια χέρια του τρομάζοντας περιστέρια. Η γριά πλησιάζει, κάνει να κοιτάξει πάνω. Όπως λοξά στρέφουν το κεφάλι οι καμπούρηδες ―αλλά ποτέ σκυφτοί― άνθρωποι, τα βλέμματά τους συναντιώνται για πολύ λίγο.
Το μικρό χέρι της γριάς ψαχουλεύει την τσέπη της γκρίζας ρόμπας, με τα ανοιχτόγκριζα λουλουδάκια, γεμάτες οι λαϊκές αγορές από τέτοιες ρόμπες, μέχρι και οι κινέζοι μάθανε να φτιάχνουν ρόμπες για τις γριές των γέρικων συνοικιών της Αθήνας. Μέχρι και οι Πακιστανοί μάθανε να τις πουλάνε και να λένε ευκαριστώ πολύ. Κι ας βρίσκονται ―που να το ‘ξεραν…― εκεί που ποτέ δεν ξέρεις αν έχεις να κάνεις με ερινύες ή με ευμενίδες. Εκεί, που λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο άρειος πάγος και τα άρια παγάκια μιας φυλής που νομίζει ότι ακόμα της χρωστάει η ανθρωπότητα τα ερωτήματα που κάποτε έθεσε.
Το κεφάλι της γριάς πλησιάζει κάτω από το μπαλκονάκι. Λοξά το κεφάλι. Τα βλέμματα δεν συναντιώνται πια. Το ζαρωμένο χέρι της έχει υψωθεί. Ο μεγαλόσωμος αποσυνάγωγος του μπαλκονιού σκύβει, ζαρώνει, χαμηλώνει. Χαμηλώνει, γλυκαίνει κι ο ήχος που βγάζει. Το χέρι προβάλλει απ’ τα κάγκελα.
Ξέρει πώς να συναντήσει το γέρικο χέρι που υψώθηκε.
Και η καραμέλα, το ”φίλεμα” που βγήκε από την γκρίζα τσέπη, αλλάζει χέρια. Μ’ ένα σπηλαιώδες μουγκρητό το μεγάλο χέρι παίρνει τρυφερά το δώρο. Η γριά έφυγε αλλά αυτός έχει την καραμέλα. Την κρατάει, την υψώνει. Τρόπαιο φιλίας, συμπόνιας. Είναι γλυκιά, είναι φωτεινή αυτή η καραμέλα, είναι μια μεγάλη γιορτή. Λάμπει σαν χρησμός, σαν του Απόλλωνα τα δώρα αυτή η καραμέλα.
Ή σαν τον ήλιο.

Στον Γ. που μου χάρισε αυτή την εικόνα.
Κωστής
(Λίγο πριν τα Χριστούγεννα και το Νέο Έτος 2012)

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: