//
you're reading...
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Ο ΓΑΝΤΖΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΚΩΣΤΗΣ Α. ΜΑΚΡΗΣ

Κωστής Α. Μακρής

Ο γάντζος του καθρέφτη

06 Οκτωβρίου 2011

Ευτυχώς που σκέφτηκε να πάρει τη χαρτοπετσέτα. Ανασήκωσε το λιγδιασμένο καπάκι με τα τρία δάχτυλα. Κρατώντας τη χαρτοπετσέτα ανάμεσα στα δάχτυλα και στη λίγδα με τα μικρόβια.
Η νάιλον σακούλα, από κείνες που βιοδιασπώνται, μέσα στον κάδο με τα σκουπίδια. Μέσα είχε βάλει τη χάρτινη, τυλιγμένη προσεχτικά. Και μέσα στη χάρτινη το κουτάκι από κάτι γλυκά.
Δεν είχε ούτε ένα σκεπάρνι, ούτε ένα μικρό σκαλιστήρι…
Και χώμα; Που να βρεθεί; Ούτε στον ακάλυπτο. Να τρέχει στο πάρκο να σκάβει; Δεν είμαστε καλά… Να λέει κι ο κόσμος…
Ίσα ίσα κάτω, μπροστά, εκεί, μέχρι τον κάδο.
Κι αυτό με τα χίλια ζόρια. Όχι τόσο από ανημπόρια όσο…
«Πόσο βαρέθηκα πια…» αναστέναξε, αλλά η ματιά σε μια γάτα έδιωξε την ένοχη σκέψη.
Χάιδεψε τη γάτα που πλησίασε νιαουρίζοντας με σηκωμένη την ουρά. Σαν μάλωμα, που δεν αξιοποίησε το περιεχόμενο της σακούλας.
Σαν να έλεγε: «Εμείς πεινάμε και συ το πετάς στα σκουπίδια;».
«Ματαιότητα…» ψιθύρισε στη γάτα.
«Μπορείς να μη χαμογελάς στις γάτες;» αναρωτήθηκε.
Ένα αρσενικό περιστέρι γουργούρισε για μερικά δευτερόλεπτα σε μια περιστέρα. Έφαγε απόρριψη με χαμηλωτή ουρά κι έφυγε. Διπλάρωσε μιαν άλλη. Και κει τίποτα. Τσίμπησε κάτι σποράκια και πέταξε πάνω στο δέντρο. Το ακολούθησε με το βλέμμα, να ισορροπεί ανέραστο στα κλαδιά.
«Καλημέρα σας», άκουσε από δίπλα, εκεί που χάζευε ψηλά το περιστέρι.
«Καλημέρα» απάντησε αφηρημένα σ’ ένα χαμηλό οκτωβριανό σύννεφο
Ποιος να ’τανε; Λες κι είχε σημασία.

Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Ασανσέρ. Ξεκλείδωμα πάλι.
Κάθισε στον καναπέ. Κοίταξε απέναντι το άδειο κλουβί με άδεια μάτια. Είχε κλάψει το πρωί. Είχανε μείνει ακόμα σποράκια για μέρες.
«Θα τα ρίξω στα βρομοπερίστερα…» βρήκε λύση.
«Λες και με νοιάζει για δαύτα ή για τα σπόρια. Ας τα πετάξουνε…» ακύρωσε τη λύση.
Το άδειο κλουβί δεν είχε συμβουλές να δώσει. Ο καθρέφτης έλειπε.

Πήγε στην κουζίνα. Στο κάτω ντουλάπι το είχε, θυμότανε.
Έβγαλε την κουλούρα με το σκοινί. Μέσα σε μια σακούλα. Όλα σε σακούλες…
Από τη μύτη στην άκρη του χεριού τι είναι; Οργιά; Πόσες οργιές σκοινί χρειάζεται ο άνθρωπος;
Οργισμένα μέτρα ζωής… Μυρίζω, πιάνω, δένω, λύνω… Δεσμοί.
«Αντίο…» χαμογέλασε.

Έμπασε τη σκάλα απ’ το μπαλκόνι. Βρήκε λίγο το σίδερο στην μπαλκονόπορτα.
«Μην κάνουμε και καμιά ζημιά…» σκέφτηκε και μετά σκέφτηκε πόσο ανόητη σκέψη είχε κάνει.
Ο γάντζος του κλουβιού ήτανε γερός. Για χρόνια άντεχε εκείνον τον βαρύ καθρέφτη που κρεμότανε λίγο γερτός, με τη φαρδιά ξύλινη σκαλιστή κορνίζα. Του παππού… Τον θέλανε κι αυτόν τα παιδιά. Ήταν αντίκα αξίας, λέγανε. Όταν έφυγε ο καθρέφτης, μπήκε το κλουβί εκεί πέρα· να κρέμεται απ’ το γερό γάντζο με ένα μακρύ σύρμα· ήτανε πολύ ψηλά ο γάντζος, δυο πιθαμές πριν το ταβάνι. Τα παιδιά φύγανε. Μαζί με τον καθρέφτη. Και με άλλα.

Ήξερε από κόμπους. Ξεκρέμασε το κλουβί και το ακούμπησε στον καναπέ, άκρη άκρη. Μια σκέψη ―να βάλει μια εφημερίδα από κάτω― γεννήθηκε πεθαμένη.
Καλό δέσιμο στο γάντζο πρώτα. Το σκοινί αρκετό· για τη θηλειά και τα υπόλοιπα. Κάνα δυo μέτρα ―και ούτε― πάνω απ’ το πάτωμα η θηλειά. Κατέβηκε, τράβηξε το τραπεζάκι της τηλεόρασης πιο δίπλα, να κάνει χώρο. Έτοιμο.
Ανέβηκε ξανά στη σκάλα. Πέρασε τη θηλιά κολάρο. Αφέθηκε για λίγο… Άφησε τα χέρια και τραμπαλίστηκε στη σκάλα.
Θα την κλώτσαγε κι αυτό θα ’ταν όλο.
«Αντίο…» σκέφτηκε αλλά τώρα δεν γέλασε. Είδε το κλουβί πάνω στον καναπέ, άκρη άκρη πάνω στο μαξιλάρι. Πόσο βρόμικο ήτανε! Πολύ βρόμικο.

Κατέβηκε απ’ τη σκάλα προσεχτικά, μην γκρεμοτσακιστεί.
«Ή από πέσιμο ή…» γέλασε.
Πήγε στην ντουλάπα. Κάτω από κάτι σωρούς παλιά χαρτιά, το είχε. Το έβγαλε απ’ το κουτί των παπουτσιών, το ξετύλιξε απ’ τη μαξιλαροθήκη που το σαβάνωνε και το χάιδεψε. Όχι από τρυφερότητα. Να μετρήσει τις σκόνες των χρόνων πάνω στη χαρακωμένη μαυρίλα του, ήθελε· και το θάνατο που υποσχόταν εκ γεννετής στους εχθρούς. Το είχανε θαμμένο μετά το ‘45. Και μετά πάλι. Το ‘75 το ξαναβγάλανε. Σαν κειμήλιο. Σαν τον καθρέφτη… Αχρησιμοποίητο είχε μείνει τόσα χρόνια.

Πριν ανάψει το φως, την ώρα που νύχτωνε, το μαύρο περίστροφο κρεμόταν ακόμα απ’ τη θηλιά. Απ’ το γάντζο του κλουβιού. Απ’ το γάντζο του καθρέφτη. «Κάνε και συ κάτι… Τόσα χρόνια άπραγο…» μουρμούρισε στο κρεμασμένο όπλο.
Σηκώθηκε και πήγε με το κλουβί στην κουζίνα. Άρχισε να το πλένει.

«Όταν ― κι αν, με το καλό, εδώ που φτάσαμε…― μπει η σύνταξη, τον άλλο μήνα, θα πάρω καινούριο καναρίνι» αποφάσισε την ώρα που ζέσταινε το βραδινό φαΐ. «Μπορεί και καινούριο κλουβί…».

Από το φωταγωγό ακούστηκε ένα καζανάκι και φωνές παιδιών. Στην ανοιχτή τηλεόραση από μέσα, κάποιοι για κάτι τσακωνόντουσαν και φωνάζανε.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: