//
you're reading...
ΔΙΑΦΟΡΑ

Ο παστουρμάς και το γραικόχορτο, Κωστής Μακρής

 

PASTOURMAS & GRAIKOXORTO foenum-graecum SKORDO KAM 19MAY17

Όλοι στο σπίτι τον σιχαινόντουσαν.
Κανένας δεν άντεχε τη βρόμα του, μου λέγανε πολλά χρόνια μετά, όποτε με βλέπανε παραξενεμένοι να τρώω παστουρμά και να μ’ αρέσει. Παρ’ όλο που τρώγαμε και σκορδαλιά και τζατζίκι και σουτζουκάκια με κύμινο και σκόρδο. Αλλά δεν ήτανε το σκόρδο ή το κύμινο που τους ενοχλούσε. Αργότερα έμαθα ότι έφταιγε μάλλον το τσιμένι ή τσεμένι, όπως το λέγανε. Η μυρωδιά αυτή η χαρακτηριστική και περίεργη του παστουρμά, κάτι μεταξύ κύμινου, σκόρδου και χαλασμένου κάτι…

Χαλασμένου τι; Κάτι που θυμίζει μυρωδιά από σανό το καλοκαίρι, ανακατεμένο με βερβελιές κατσίκας, καβαλίνες αλόγων και γαϊδάρων και ποτισμένο από κάτουρο ανθρώπων και σκύλων.

Ο παστουρμάς. Αλλαντικό βδελυρό και εξοβελιστέο. Κάτι που ενοχλούσε τη μύτη και την αισθητική μας καθώς δεν μπορούσε να συνταιριάξει και να παντρευτεί με το κράμα ελληνογαλλικής κουζίνας του σπιτιού με στοιχεία ανατολίτικα αλλά χωρίς ιδιαίτερες γευστικές η οσφρητικές ακρότητες. Πώς θα μπορούσε να δέσει ο παστουρμάς ή το σουτζούκι με το ζαμπόν, το σαλάμι ουγγαρίας ή τις μεγάλες φέτες μορταδέλας; Όλα αυτά που έφερνε ο μπαμπάς από την κεντρική αγορά σε μικρά δεματάκια, μαζί με τα διάφορα τυριά. Τα θυμάμαι εκείνα τα δεματάκια. Όχι με δίχτυ ή σε σακούλες. Τότε δεν είχαμε νάιλον σακούλες και τέτοια πράγματα και σιγά μην κουβαλούσε δίχτυ ο μπαμπάς που γύρναγε με την τσάντα του για τις δουλειές και τα επαγγελματικά του ραντεβού στην Αθήνα και κάθε τόσο χτύπαγε κι από μια τρούφα απ’ του Παυλίδη στην Αιόλου, μια νουγκατίνα ή σεράνο από το Λαύριο στην Γ’ Σεπτεμβρίου ή ένα χοτ ντογκ από του Τσίτα κι ένα πιροσκί από το Ρωσικόν στα Χαυτεία.

Κι όταν είχαμε καμιά γιορτή στο σπίτι, εκείνος κουβάλαγε τα περιττά. Πακέτα τυλιγμένα σε χαρτί και δεμένα με σπάγκο· με το χερούλι από χαρτί και σύρμα. Αλλαντικά και τυριά από την Αθηνάς ή τη Βαρβάκειο Αγορά. Και ξηροκάρπια. Εγώ νόμιζα ότι Βαρβάκειος είναι το όνομα που δόθηκε στην αγορά από το σχολείο που είχε πάει ο μπαμπάς πριν από τον πόλεμο και πολύ πριν τον πάνε στο «σύρμα» μετά. Στο σύρμα τον κλείσανε για να τον τιμωρήσουνε που μετά την κατάρρευση του μετώπου από τους Γερμανούς στο τριεθνές Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία-Βουλγαρία πέρασε από Τουρκία και Μέση Ανατολή ―χωρίς ούτε μια φορά να δοκιμάσει να φάει παστουρμά― και ενώθηκε με τον ελεύθερο Ελληνικό Στρατό στην Αίγυπτο. Αντί να κάτσει στο σπιτάκι του και στ’ αβγά του μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Όπως περιμένουμε να τελειώσει η βροχή, κάτω από ένα υπόστεγο…
Τα δεματάκια εκείνα λοιπόν ήτανε τυλιγμένα με χαρτί και δεμένα με μπεζ σπάγκο, σταυρωτά. Και κρατιόντουσαν από ένα χερούλι, ένα εξάρτημα παράξενο, μαγικό και ιδιαίτερα απλό και χρήσιμο. Ένας χάρτινος κύλινδρος, σαν πολύ χοντρό μακαρόνι με τρύπα, και με περασμένο μέσα του ένα χάλκινο σύρμα που εξείχε από κάθε άκρη του κυλίνδρου με μια ανοιχτή θηλειά για να περνάει και να κρατιέται ο σπάγκος του πακέτου. Αυτό το εξάρτημα ―που αργότερα έμαθα ότι φτιαχνόταν από περιοδικά, εφημερίδες ή σελίδες βιβλίων― το έπαιρνα εγώ και το διέλυα και πάντα με γοήτευε το ξετύλιγμα του χάρτινου κυλίνδρου που μου αποκάλυπτε κείμενα απόκρυφα από μηνύματα μυστικά, καθώς αυτόν τον τρόπο είχαν βρει οι αγωνιστές της αντίστασης για να επικοινωνούν μεταξύ τους και προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω τις ειδήσεις, τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία, τα σινεμά και τους γάμους και τις κηδείες για να αποκαλύψω πού βρισκότανε το πραγματικό μήνυμα του Μικρού Ήρωα προς την Οργάνωση και το Αρχηγείο. Όπου θα αποκάλυπτε τις επόμενες κινήσεις του Σεϊτάν Αλαμάν, του σατανικού πράκτορα των Γερμανών, και θα εξουδετέρωνε τα φρικώδη και αποτρόπαια σχέδια του Άξονα εναντίον των Συμμάχων. Και η Ελλάδα ήτανε με τους Συμμάχους κι εγώ ήμουνα με τους Συμμάχους και δεν καταλάβαινα γιατί μας δώσανε «τη μούλα με τα πισινά» οι Σύμμαχοι, που έλεγε η μαμά, και γιατί έβριζε μουλωχτά κι ο μπαμπάς για κάτι «ρουφιάνους», «μαυραγορίτες», «δωσίλογους» και «πουλημένους».

Τον φανταζόμουνα ―τον Άξονα― σαν έναν κύλινδρο, όπως το χάρτινο χερούλι για τα δεματάκια τυριών και αλλαντικών και ξηροκαρπιών του μπαμπά, αλλά στο πιο γιγάντιο, τρομαχτικό και σιδερένιο. Κάπως σαν εκείνο το σωλήνα που είχε στον κήπο η γιαγιά και που ποτέ δεν έμαθα σε τι χρησίμευε και με τον αδερφό μου κάναμε εικασίες ότι μπορεί να ήταν και ένα κανόνι που είχαν αφήσει οι Γερμανοί όταν είχαν επιτάξει το οικόπεδο της γιαγιάς για να φτιάξουνε το πολυβολείο που δεν προλάβανε να το γκρεμίσουνε γιατί φύγανε «άρον άρον».
Το πολυβολείο ήταν ένα πολύ χρήσιμο κτίσμα και με τον αδερφό μου λέγαμε ότι αν τολμήσουνε και ξανάρθουνε οι Γερμανοί, εμείς θα κλειστούμε εκεί με πολλά τρόφιμα και πολεμοφόδια και θα τους κάνουμε «τ’ αλατιού». Τι ακριβώς σήμαινε αυτό δεν ξέραμε αλλά, μάλλον, κάτι καλό θα ήτανε μια και ο Τζιμ Λόντος έκανε «τ’ αλατιού» τους αντιπάλους του σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού. Και ο Τζιμ Λόντος ήτανε έλληνας και μεγάλο παλικάρι όπως και ο προπάππος του παππού που ήτανε οπλαρχηγός και είχε πολεμήσει μαζί με τον Κολοκοτρώνη στη μάχη της Τρίπολης. Το οικόπεδο της γιαγιάς όμως ήτανε κοντά στη θάλασσα και δεν ήταν κατάλληλος τόπος για διακοπές. Όχι για μένα αλλά για τον αδερφό μου που για λόγους υγείας δεν έπρεπε να κάνει μπάνια στη θάλασσα αλλά έπρεπε βρίσκεται σε τόπο με αέρα βουνίσιο ή, έστω, δάσους.

Ούτε το σπίτι στο κέντρο της πόλης ήτανε μέρος για διακοπές. Με βεράντα στη Βικτωροσουγκό και ψεύτικο δέντρο τα Χριστούγεννα με μπαμπάκια για χιόνι ―τουφεσχιονιπεφτουνεστοπαραθυράκι― και τα παιχνίδια, το τρένο και τα σπίρτα του παππού που τα έκανε τρενάκι γιατί που να βρει λεφτά για πραγματικό τρενάκι ο παρασημοφορημένος του ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ και ΣΚΡΑ. Και η βόλτα μας στον Εθνικό Κήπο, και μετά η μεγάλη ασπίδα στον άγνωστο στρατιώτη και πάλι ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ-ΣΚΡΑ εκεί πέρα και ο παππούς να καμαρώνει και οι εύζωνες να σηκώνουνε περήφανα το μεγάλο κόκκινο τσαρούχι με μαύρη φούντα πένθους, και να ανεμίζει η φουστανέλα τετρακόσιες πτυχές σκλαβιάς  ανάμεσα σε χιλιάδες χοντρά περιστέρια που έχουνε ξεχάσει να πετάνε και όλο τρώνε και κουτσουλάνε και τρώνε, κουτσουλάνε και τρώνε, κουτσουλάνε και τρώνε…
Ήτανε το σπίτι μας εκεί και οι διακοπές είναι αλλού. Οι διακοπές είναι κάτι που παθαίνεις μετά γιατί εσύ δεν θέλεις όταν είσαι παιδί να σε διακόπτουν απ’ αυτό που κάνεις, όταν παίζεις, ας πούμε, για να πας να φας, να πας να κάνεις μπάνιο στη σκάφη και μπαίνει και σαπούνι στα μάτια, να πας να ντυθείς και να βγεις για βόλτα, αλλά μαθαίνεις σιγά σιγά ότι είναι ωραία η βόλτα. Κάνεις διακοπές αργότερα, από κάτι που δεν σου αρέσει. Και μετά σου αρέσουν οι διακοπές. Εκτός αν σου αρέσει πολύ αυτό που κάνεις. Αλλά ποτέ δεν θα το πεις διακοπές αυτό που κάνεις κάθε μέρα, όσο και να σου αρέσει.

Από το σπίτι στη Βικτωροσουγκό, με τον Γιάννη Αγιάννη και την Τιτίκα και τον επίσκοπο Μυριήλ που χάρισε τα ασημένια κηροπήγια στο Γιάννη Αγιάννη και εκείνος τα έδωσε πίσω μετά από χρόνια σε πολλούς άθλιους που τα είχανε ανάγκη ―και κοκκινίζανε τα μάτια του μπαμπά όταν μιλούσε γι’ αυτά― πήγαμε στη Μαγκουφάνα και στα πεύκα και στις πευκοβελόνες που χρησιμεύουνε σε πολλά και ένα από αυτά είναι να μυρίζουνε στις άκρες τους όμορφο ρετσίνι που στάζει και κολλάει στα χέρια και βγαίνει με μπλε οινόπνευμα και παίρνεις τις πευκοβελόνες και ένα γιασεμί, το ρουφάς από την άκρη του κι έχει μια απειροελάχστη σταγόνα αρωματική και μετά χώνεις την πευκοβελόνα εκεί που ρούφηξες στο άσπρο λουλούδι και φτιάχνεις ένα υβριδικό πευκοβελονογιασεμί όπως σου το έδειξε εκείνο το κοριτσάκι και αναρωτιέσαι ―πολύ μετά― γιατί σου το έδειξε αυτό αλλά η απάντηση δεν είναι εύκολη και όπως όλοι δείχνουμε σε πολλούς τι ξέρουμε να κάνουμε και τι θέλουμε να μας κάνει ο άλλος και «ό συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» και τα γιασεμιά τα καρφωμένα στις πευκοβελόνες τα φτιάχνεις και τα προσφέρεις σε κείνο το κοριτσάκι που σου έδειξε πώς να το κάνεις για να σε μάθει πώς να του προσφέρεις τη βελόνα σου με γιασεμί στην άκρη γιατί σκέτη η βελόνα τσιμπάει, τραυματίζει και πονάει και χύνει κι αυτό το ρετσίνι που κολλάει μετά στα ρούχα και στα χέρια και στη μνήμη και θέλεις μπλε οινόπνευμα και άλλα οινοπνεύματα για να βγει αλλά η μνήμη και η μυρωδιά σού μένει σαν τη μυρωδιά από το θυμιάτισμα του παππού και κείνο το ΑΝΔΡΩΝΕΠΙΦΑΝΩΝΠΑΣΑΓΗΤΑΦΟΣ
και μέσα στο παλιό παλάτι που έγινε Βουλή οι τριακόσιοι ―όχι του Λεωνίδα― που τόσο αρμονικά ταιριάζουνε με τις χιλιάδες χοντρά περιστέρια ολόγυρα που έχουνε ξεχάσει να πετάνε και όλο γουργουρίζουνε και τρώνε και κουτσουλάνε και γαμιούνται και τρώνε, κουτσουλάνε και γαμάνε και γουργουρίζουνε και τρώνε, κουτσουλάνε και τρώνε και γαμούν και γουργουρίζουνε…

Μαγκουφάνα.  Άγνωστη λέξη ακόμα η Πεύκη. Όπως και η λέξη πρόσφυγες. Όπως κι ο παστουρμάς.

Μέσα σε μια λεκάνη αλουμινένια, ένα βαρκάκι με παστίλια που της βάζεις φωτιά κάνει πρρρρτ-πρρρτ, σαν εκείνη τη βαρκούλα στον Πόρο, και κάνει συνέχεια γύρους στη λεκάνη. Δεν πάει πουθενά, δεν έχει φανερό σκοπό κανένα. Μόνο πρρρτ-πρρρρτ κάνει και μεις μπαίνουμε μέσα της και κάνουμε γύρους και πλαταίνει η λεκάνη γίνεται θάλασσα και η βάρκα πλοίο θεόρατο με μια πολύ βαριά άγκυρα κι εγώ θα τη σηκώσω την άγκυρα όπως ο Κουταλιανός με τα χέρια μου γιατί είμαι πολύ χεροδύναμος, το λέει κι ο παππούς. Και το βαρκάκι δεν μεταφέρει πρόσφυγες. Μόνο γύρους κάνει στη λεκάνη και όλο πρρτ-πρρτ-πρρρρτ μέχρι να καεί όλη η παστίλια.

Η Σοφία κι ο Μουράτης δεν ήρθανε με τέτοιο βαρκάκι. Με άλλο κι άλλο κι άλλο πλοίο φτάσανε. Και με περπάτημα πολύ. Και τρέξιμο όποτε χρειαζότανε. Και με την ψυχή στο στόμα.
Κι εκεί, στη Μαγκουφάνα, ανάμεσα σε πεύκα και πευκοβελόνες και γιασεμιά και βασιλικό ανασαίνουνε το σκόρδο μαζί με το γραικόχορτο και το κύμινο και το κοκκινοπίπερο που τα φοράει σαν πορφυρό μανδύα ο πατικωμένος παστουρμάς. Και στη Μαγκουφάνα δεν πήγανε για καλοκαιρινές διακοπές. Είχε γελάσει με την ερώτησή μου η μαμά. Χωρίς να μου εξηγήσει όμως.
Η Σοφία και ο Μουράτης τον αγαπάνε τον παστουρμά. Και σκόρδο πολύ τρώνε. Κι έχουν ένα χαμόγελο περιστερίσιο που ξέρει να πετάει και να τρώει χωρίς να κουτσουλάει όπου βρει.
Κι ένα μικρό ασβεστωμένο σπίτι έχουνε και κάτι χέρια ζαρωμένα, παλιά και τρυφερά που τα απλώνουνε και χαϊδεύουν και χαμογελάνε και σε φιλεύουνε με κάτι ξερά λουκούμια, κάτι παξιμαδάκια. Και μυρίζουνε τσιμένι και σκόρδο.

«Πρόσφυγες είναι οι κακόμοιροι. Πόντιοι…»
Πρόσφυγες, κακόμοιροι, Πόντιοι.
«Διωγμένοι ήρθανε…»
Διωγμένοι από τι; Γιατί; Από πού; Από την κατοχή; Από τους Γερμανούς;
«Πιο παλιά… Από αλλού… Μακριά από εδώ…»
Από αλλού μακριά; Τι αφήσανε πίσω τους; Τι πήρανε μαζί τους;
Χέρια που απλώνονται να σωθούν. Χέρια που απλώνουν να χαϊδέψουν, να χαϊδευτούν. Αγκαλιές.
Χαμόγελα.
«Λουκούμι, ομμάτια μ’; Παξιμαδάκι; Νεράκι, ψη μ’;»
Γιασεμί, βασιλικός. Παστουρμάς, τσιμένι.
Σκόρδο, κύμινο, κοκκινοπίπερο. Και γραικόχορτο.
Τρώνε μνήμες οι άνθρωποι και η μνήμη σώζεται με το αναμάσημα.
Λένε και παραμύθια με πολλές άγνωστες λέξεις σ’ ένα άγνωστο παιδί που ποτέ δεν θα μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή τους. Μόνο ότι ήτανε πρόσφυγες και η γλώσσα τους λίγο διαφορετική.
Όπως και η μυρωδιά τους.

Από τα παραμύθια τους ελάχιστα θυμάμαι κι αυτά μπερδεμένα με άλλα παραμύθια που άκουσα ή διάβασα. Θυμάμαι και το παλιό τέρμα των λεωφορείων. Τα απομεινάρια από μπλοκάκια εισιτηρίων που μας δίνανε οι εισπράκτορες και παίζαμε. Δραχμές, δεκάρες.

Οι πευκοβελόνες και τα γιασεμιά. Οι ασβεστωμένοι τενεκέδες κι ο βασιλικός, γεράνια, γαρδένιες. Ένα καναρίνι ―ή καρδερίνα ήτανε;― στο καρφί του τραχιού ασβεστωμένου τοίχου. Το κλουβί ήτανε στο καρφί. Άλλοι ήτανε εκείνοι που καρφώνανε πουλιά, ανθρώπους…
Το σπίτι του Μουράτη και της Σοφίας μύριζε ασβέστη, σαπούνι, βασιλικό, σκόρδο και παστουρμά.

Στο σπίτι μας κανένας δεν τον ήθελε τον παστουρμά.
Θα έφταιγε μάλλον αυτή η μυρωδιά. Αυτή η περίεργη και έντονη μυρωδιά, κάτι μεταξύ κύμινου, σκόρδου και χαλασμένου… Χαλασμένου τι; Κάτι που θυμίζει μυρωδιά από νοτισμένο σανό το καλοκαίρι. Αυτό που το λένε γραικόχορτο ή τσιμένι ή Trigonella foenum-graecum.

«Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ αποθάνω…» είπε…
Ποιος, παππού; Ποιος το είπε; …  Γιατί τον σουβλίσανε, παππού;

Αυτό που μυρίζανε ο Μουράτης και η Σοφία κάθε φορά που χαμογελούσαν, κάθε φορά που μιλούσαν σε, αγκαλιάζανε και φίλευαν ένα παιδί. Μια τραχιά μυρωδιά, μια τρίγωνη γεύση με λίγη πίκρα από μακριά. Χόρτο γραικών από μακριά…
Μπορεί να μην αποκωδικοποίησα ποτέ τα αντιστασιακά μηνύματα στα χάρτινα κυλινδράκια με το σύρμα· από τα ψώνια του μπαμπά με το ζαμπόν, τις μορταδέλες, τα τυριά και τα ξηροκάρπια.
Αλλά αυτό…
Ναι. Τώρα είμαι σίγουρος. Το γραικόχορτο είναι…

Κανένας δεν αγαπάει τον παστουρμά στην οικογένειά μου.
Κανένας. Εκτός από μένα.

Κωστής Α. Μακρής
Οκτώβριος 2011

PiozName&EVITA cov 200X135mm 72pi BLOG KAM 18MAY17 LR

Τα βιβλία μου «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες»
και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια»
κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Κωστής Α. Μακρής

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Αρέσει σε %d bloggers: